27 Μαρτίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΛΕΛΕΡ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


 Αποτέλεσμα εικόνας για αγροτικες κινητοποιησεις συνταγμα

Οι κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό τους πρώτους μήνες του 2016, πήραν απρόσμενες σε έκταση και ένταση διαστάσεις και σημαδεύτηκαν από τον παλμό του αγροτικού ξεσηκωμού, που για πάνω από ένα μήνα πρωταγωνιστούσε στις εξελίξεις απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα. Εκείνο που ξεκίνησε στην αρχή σποραδικά σε μερικές περιοχές διαδόθηκε με ταχύτητα και έφτασε να αγκαλιάσει όλη τη χώρα, ιδιαίτερα μετά την πανεργατική απεργία στις 4 του Φλεβάρη.


Η κινητοποίηση των αγροτών πήρε χαρακτηριστικά που όχι μόνο το αγροτικό κίνημα, αλλά και γενικότερα οι εργαζόμενοι της χώρας πρέπει να κρατήσουν και να αξιολογήσουν σαν ιδιαίτερα και νομίζουμε καθοριστικά για τις εξελίξεις που έρχονται με πρώτο το ίδιο το γεγονός της κινητοποίησης, αφού έχουμε από το 1996, να δούμε κινητοποιήσεις στον αγροτικό κόσμο με τέτοια δυναμική. 
Είναι αλήθεια ότι οι αγρότες δεν είναι ένα από τα λαϊκά στρώματα που εύκολα ή και συχνά δίνουν τέτοιου μεγέθους μαζικές παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή. Ο κατακερματισμός των μικρομεσαίων αγροτών τόσο σαν παραγωγικές μονάδες, όσο και σαν τόποι κατοικίας σε μικρά χωριά με διάσπαρτες περιουσίες και διάφορες παραγωγικές ασχολίες και με συνδικαλιστικά όργανα που έχουν αρκετές φορές δείξει την ανεπάρκειά τους, για να πούμε το λιγότερο, ο αγροτικός κόσμος δύσκολα μπορεί να οργανωθεί, ακόμα και να δει την αποτελεσματικότητα και τη δύναμη της μαζικής του δράσης. 
Από την άλλη η συνύπαρξη των μικρομεσαίων αγροτών με τους μεγαλοαγρότες κάνει ευκολότερη τη διάδοση αυταπατών για την κατάσταση και το πώς αυτή μπορεί να εξελιχθεί. Τέλος οι μικρές κοινωνίες στις οποίες είναι δομημένα ακόμα σήμερα τα χωριά σε μεγάλο μέρος της  ελληνικής υπαίθρου, δημιουργούν συνθήκες ευκολότερου ελέγχου της κεντρικής εξουσίας πάνω στους αγρότες, με τη δημιουργία δεσμών ρουσφετιών και υποσχέσεων που σπάνια υλοποιούνται, δύσκολα όμως σπάει η προσδοκία της πραγματοποίησής τους και ο φόβος που τη συνοδεύει.
Ωστόσο, όπως περίτρανα απέδειξαν τα πρόσφατα γεγονότα, όλα αυτά ξεπερνιούνται όταν η ανάγκη το απαιτεί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που οδήγησε στις κινητοποιήσεις που ζήσαμε και κυρίως στις μορφές που πήραν και στην αποφασιστικότητα που απέπνεαν. Στις σύγχρονες συνθήκες ορισμένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά αλλοιώθηκαν προς όφελος των μικρομεσαίων αγροτών και των λαϊκών δυνάμεων γενικότερα.
Σήμερα η κοινωνία του χωριού έχει αλλάξει σε πολλά βασικά χαρακτηριστικά της από αυτή προηγούμενων δεκαετιών. Βασικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν κοινωνικά και άλλα στοιχεία. Κατ’ αρχήν είχαμε το φαινόμενο, από τη δεκαετία του ’90 ακόμα, της επιστροφής στα χωριά ανθρώπων ή και ολόκληρων οικογενειών που, αφού περιπλανήθηκαν στις πόλεις για κάποια χρόνια, κυρίως τις εποχές της βιομηχανικής άνοιξης στην Ελλάδα (τέλη ’60 με αρχές ’80), αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω όταν η αποβιομηχανοποίηση άρχισε να πετάει κατά εκατοντάδες κόσμο στην ανεργία, χωρίς ελπίδα επιστροφής στη δουλειά, εκτός από το ρουσφέτι για κάποια θέση στο δημόσιο, που όμως δεν μπορούσε να τους καλύψει όλους. Τότε ακριβώς δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα, έστω και μικρό, κύμα επιστροφής στα πατρικά χώματα, από όσους είχαν ακόμα κάποια περιουσία να αξιοποιήσουν εκεί.
Όσοι όμως επέστρεφαν, δεν ήταν οι ίδιοι όπως έφυγαν. Κουβάλαγαν τώρα μαζί τους όλη την εμπειρία τους από τη ζωή στην πόλη και κυρίως, καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην πόλη εργάζονταν εργάτες στα εργοστάσια, την οικοδομή ή το εμπόριο, έφεραν μαζί τους την εμπειρία από το εργατικό κίνημα και τους αγώνες που έζησαν τις δεκαετίες ’70 και ’80. 

Πολύ περισσότερο, διατηρώντας τους δεσμούς που απέκτησαν στις αγωνιστικές εμπειρίες τους, έδωσαν στη διασύνδεση της αγροτιάς με την εργατική τάξη άλλο νόημα, αφού τώρα οι δεσμοί ήταν όχι μόνο συγγενικοί, αλλά και αγωνιστικοί, καθώς σύντροφοι και συναγωνιστές μαζί πορεύτηκαν στην πόλη και για κάποια ζητήματα, συνέχισαν μέσα από συζητήσεις, κόμματα και συλλογικότητες κάθε είδους να συμπορεύονται και μετά την επιστροφή τους στο χωριό και πολύ περισσότερο, να μεταφέρουν αυτή τη συμπόρευση και αυτές τις εμπειρίες και στην υπόλοιπη αγροτική κοινότητα.
Η αγροτιά είχε για πρώτη φορά αποκτήσει μέσα από τη διασύνδεσή της με την εργατική τάξη ένα καινούριο δεσμό. Δεν ήταν τώρα μόνο αυτή που τροφοδοτούσε την εργατική τάξη, μεταφέροντας εκεί τις συνήθειες και όποιες αυταπάτες της, αλλά έπαιρνε τώρα πια και αυτή και τροφοδοτούνταν έτσι πίσω όχι μόνο από ανθρώπινο δυναμικό, αλλά κυρίως από τους αγώνες και την εμπειρία της εργατικής τάξης.
Σε όλο αυτό συνέβαλλε αποφασιστικά η άνοδος και διάδοση πρώτα των μέσων μεταφοράς. Τα χρόνια που μεσολάβησαν από το ’70, από τη μια υπήρξε ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας στον τομέα της μεταφοράς που μίκρυνε κατά πολύ το χρόνο πρόσβασης από το ένα σημείο στο άλλο και από την άλλη δόθηκαν πολλά κονδύλια είναι αλήθεια για τη διαμόρφωση οδικών αρτηριών που έκαναν αυτή την πρόσβαση ευκολότερη.
Αν σε αυτά προσθέσουμε και τον πακτωλό χρημάτων που έρρεε από την ΕΕ για την εξυπηρέτηση των πελατειακών αναγκών των κομμάτων που στήριζαν το σύστημά τους (γιατί είναι αλήθεια ότι ενώ δε βρέθηκαν ποτέ λεφτά για πραγματική ανάπτυξη της Ελλάδας από τους ευρωατλαντικούς θεσμούς και ενώ χτυπούσαν τόσο τον πρωτογενή όσο και το δευτερογενή τομέα της οικονομίας, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε πακτωλός χρημάτων που όμως πήγαιναν στοχευμένα και αυστηρά στη δημιουργία και εξυπηρέτηση σχέσεων εξάρτησης των κομμάτων με το σύστημα και πελατειακών σχέσεων της κοινωνίας με τα κόμματα).
Έτσι είχαμε για αρκετά χρόνια έντονα τα φαινόμενα της μεταφοράς ψηφοφόρων από τα αστικά κέντρα προς τα πατρογονικά εδάφη σε κάθε ευκαιρία ψηφοφορίας και αυτές δεν έλειπαν ποτέ από τη χώρα αν μετρήσουμε βουλευτικές, δημοτικές εκλογές και ευρωεκλογές και πάρουμε υπόψη μας ότι ελάχιστες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις εξάντλησαν την 4ετή θητεία της. 
Συχνά-πυκνά δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων μεταφέρονταν προς την επαρχία και μάλιστα με αφορμή πολιτικές εξελίξεις, μεταφέροντας εκεί ακόμα πιο έντονα και όλη την πολιτική συζήτηση της αντίστοιχης περιόδου και δυναμώνοντας ακόμα περισσότερο τους δεσμούς που αναφέρουμε προηγουμένως, ακόμα και από αυτούς που δεν είχαν πάρει την απόφαση να γυρίσουν και να ζήσουν στο χωριό, έγιναν όμως και αυτοί κατά κάποιο τρόπο, έστω και έμμεσα, ζωντανά μέλη της τοπικής κοινωνίας και συνδιαμορφωτές της αντίληψής της.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά έχουμε, παράλληλα με την ανάπτυξη του τομέα των μεταφορών, τη ραγδαία ανάπτυξη και αλλαγή του τοπίου στον τομέα της επικοινωνίας. Αυτό που εμφανίστηκε μέσα από τη διάδοση της τηλεόρασης με μικρά και δειλά βήματα στα μέσα του ’70, έγινε καταιγισμός πληροφοριών μέχρι τα τέλη του ’90 και τις αρχές του 21ου αιώνα. Και ενώ ολόκληρα χωριά στηρίζονταν σε ένα μόνο τηλέφωνο ακόμα και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, σήμερα δεν υπάρχει χωριό χωρίς ίντερνετ, δεν υπάρχει αγροικία χωρίς τηλεόραση, δεν υπάρχει αγρότης χωρίς κινητό τηλέφωνο. Έτσι η ελληνική επαρχία και παρά τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά προβλήματά της, ορεινά χωριά, απόμακρες νησιωτικές περιοχές κλπ., εντάχθηκε στη γενικότερη ελληνική πραγματικότητα, μετατρεπόμενη από αυτόνομη τοπική κοινωνία σε μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού συνόλου.
Τέλος η ανάπτυξη του τουρισμού που ειδικά στα τέλη του ’90 και στις αρχές του 2000 έφτασε ακόμα και σε πολύ μικρές κοινότητες, έφερε και αυτή τις δικές της αλλαγές. Και όχι μόνο με την ανταλλαγή και διάδοση πολιτιστικών και άλλων δεδομένων, αλλά κυρίως μέσα από τη διαμόρφωση ενός καινούριου χαρακτηριστικού.   

Τα μικρομεσαία στρώματα του χωριού, παράλληλα με τις όποιες αγροτικές τους ενασχολήσεις, απασχολούνταν πια για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους, από 5 έως 7 μήνες, στον τομέα του τουρισμού. Κάποιοι σαν αυτοαπασχολούμενοι διαχειριστές μικρών καταλυμάτων ή δραστηριοτήτων σίτισης και οι περισσότεροι σαν εργαζόμενοι σε τουριστικές μονάδες κάθε είδους. 

Έχουμε, με αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά μια προλεταριοποίηση του αγροτικού κόσμου χωρίς να χρειάζεται να ξεριζωθεί από τις πατρογονικές εστίες. Αυτό σημαίνει ότι τα προβλήματα και οι εμπειρίες των εργασιακών χώρων, μεταφέρονται καθημερινά στα χωριά, γίνονται μέρος των συζητήσεων και της ζωής τους, ζυμώνοντας και διαμορφώνοντας και την υπόλοιπη τοπική κοινωνία.
Εκτός από τις αλλαγές στις αντικειμενικές συνθήκες ζωής των αγροτών και οι ίδιες οι υποκειμενικές συνθήκες του αγροτικού κινήματος δέχτηκαν με τη σειρά τους αλλαγές. Τη μεγάλη άνοδο των συνεταιριστικών κινήσεων των δεκαετιών του ’70 και του ’80 ακολούθησε η τραγική παρακμή τους στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές του αιώνα μας, που οι συνεταιρισμοί κατέληξαν ένα μεγάλο εργαλείο διαπλοκής, οικονομικής τόσο όσο και πολιτικής, ξεπλύματος χρήματος, συνδιαλλαγής με τους μεγαλομεσάζοντες, αλλά ταυτόχρονα και εργαλείο χειραγώγησης της μικρομεσαίας αγροτιάς.
Την ίδια πορεία ακολούθησαν και τα συνδικαλιστικά τους όργανα, που διαβρώθηκαν από τους μεγαλοαγρότες και από το πολιτικό κατεστημένο, δημιουργώντας ακόμα και ένα νέο για την ελληνική πραγματικότητα όρο, τους αγροτοπατέρες. Που αντίστοιχα με τους εργατοπατέρες του εργατικού κινήματος, ξεπουλούσαν συστηματικά τα συμφέροντα αυτών που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσαν, στην περίπτωση αυτή των πιο φτωχών αγροτικών στρωμάτων, εξαγοράζοντας συνδικαλιστικές θητείες δια βίου.
Οι εμπειρίες αυτές, όσο οδυνηρές και αν στάθηκαν για το φτωχό αγροτόκοσμο, ήταν απολύτως κοινές στο χαρακτήρα τους, όσο και στη χρονική τους πορεία, με τις αντίστοιχες εμπειρίες του εργατικού κινήματος στις πόλεις. Ήταν λοιπόν άλλο ένα στοιχείο σύγκλισης που έφερε ακόμα πιο κοντά τις ανάγκες, τα προβλήματα, αλλά και την αναζήτηση διεξόδου τόσο για τη μικρομεσαία αγροτιά όσο και για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα της πόλης.
 Αποτέλεσμα εικόνας για αγροτικες κινητοποιησεις συνταγμα

 
Στα χρόνια του μνημονίου αυτή η σύγκλιση έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Είναι αλήθεια ότι οι μνημονιακές κυβερνήσεις και οι ευρωατλαντικοί θεσμοί με όλα τα προπαγανδιστικά φερέφωνά τους, ιδεολογικούς μηχανισμούς των κομμάτων, μέσα μαζικής προπαγάνδισης κλπ. προσπάθησαν από την αρχή της εφαρμογής των σκληρών μνημονιακών μέτρων να στρέψουν ολάκερα κοινωνικά στρώματα το ένα ενάντια στο άλλο εφαρμόζοντας την πολιτική του διαίρει και βασίλευε και περνώντας σαλαμοποιημένα μέτρα πρώτα για το ένα στρώμα και μετά για το άλλο, ρίχνοντας αντίστοιχα κάθε φορά προπαγανδιστικά επιχειρήματα (οι δημόσιοι που κάθονται, οι αυτοπασχολούμενοι που κλέβουν κλπ.). 

Ωστόσο όσο σωρεύονταν τα μέτρα και μάλιστα με τους ταχείς ρυθμούς που επέβαλε η ανάγκη του συστήματος να καταναλώσει και την τελευταία ζωντανή ικμάδα της κοινωνίας για να κατορθώσει να επιβιώσει λίγο καιρό ακόμα, πολύ γρήγορα δεν άφησε κανένα περιθώριο για αυταπάτες δημιουργίας εξαιρέσεων και οάσεων για κάποια στρώματα μέσα στην κρισιακή λαίλαπα.

Είναι αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που διαμορφώθηκαν μέσα στα χρόνια, μαζί βεβαίως με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των μέτρων που πάρθηκαν με το ασφαλιστικό και φορολογικό νομοσχέδιο και που αναλύσαμε σε προηγούμενο άρθρο, που είχαν σαν αποτέλεσμα τις ταυτόχρονες και συντονισμένες κινητοποιήσεις μεγάλων λαϊκών στρωμάτων, εργατικής τάξης, αυτοαπασχολούμενων της πόλης και αγροτών το Φλεβάρη του ’16.
Ο αγροτικός κόσμος σε αυτές τις κινητοποιήσεις έδειξε μια κατασταλαγμένη εμπειρία και αποφασιστικότητα. Έφτιαξε επιτροπές αγώνα στα μπλόκα, παρακάμπτοντας τα σκουριασμένα συνδικαλιστικά του όργανα. Έκανε προσπάθεια να ενώσει τον αγώνα του με την Πανελλαδική Επιτροπή Αγώνα. Απέκρουσε την προπαγάνδα της κυβέρνησης για φασιστικά και ακραία συντηρητικά στοιχεία, τάχα υποκινητές και στη συντριπτική πλειοψηφία των μπλόκων ξεκαθάρισε από τέτοια στοιχεία όπου προσπάθησαν να παρεισφρήσουν και να εκμεταλλευτούν την κατάσταση.
Η απόφαση για κάθοδό τους στην Αθήνα, αμέσως μετά και σαν συνέχεια της απεργίας στις 4 του Φλεβάρη, ανέδειξε όλα τα θετικά αυτού του αγώνα, όπως και όλες τις αδυναμίες, όχι μόνο του αγροτικού, αλλά γενικότερα του κινήματος. Είδαμε τη μαζικότητα στη συμμετοχή στο διήμερο των κινητοποιήσεων, τόσο από τους αγρότες που ήρθαν από όλη την Ελλάδα, όσο και από τους εργαζόμενους της Αθήνας, ιδίως στο συλλαλητήριο της Παρασκευής. 

Είδαμε την αποφασιστικότητα και την οργάνωση του αγροτικού κινήματος σε μια πιο ώριμη ακόμα μορφή, που κατάφερε να συντονίσει και να διοργανώσει σε λίγες μόνο ώρες τον κόσμο από τη συγκέντρωση και τη δομή της, μέχρι την κατασκήνωση και την παραμονή στο Σύνταγμα. Είδαμε τη μαχητικότητα των αγροτών, που κατακτούσαν μέτρο το μέτρο σχεδόν την πορεία τους προς την Αθήνα, παλεύοντας κάθε τόσο με δυνάμεις των ΜΑΤ για να συνεχίσουν το δρόμο τους. 
Όμως παράλληλα είδαμε τα πρώτα κιόλας στοιχεία και τις αδυναμίες. Έτσι είχαμε μια πρώτη διάσπαση μέσα στο κίνημα, αφού ενώ όλοι μαζί αποφάσισαν την κοινή κάθοδο στην Αθήνα στη σύσκεψη της Νίκαιας, το μπλόκο που ελέγχονταν από τις δυνάμεις του ΚΚΕ και εκπροσωπούνταν από τον Μπούτα (παλιό συνδικαλιστή και όχι μόνο του ΚΚΕ στο χώρο) δέχτηκε να έρθει στην Αθήνα με τους όρους που έθετε η κυβέρνηση, ενώ τα άλλα μπλόκα στη πλειοψηφία τους το αρνήθηκαν, ακολουθώντας την ίδια λογική που ακολουθεί το ΚΚΕ και στο εργατικό κίνημα και που ακολούθησε και εξακολουθεί να ακολουθεί και στη μάχη για το ασφαλιστικό-φορολογικό.
Όπως δηλαδή στη ΓΣΕΕ και στην ΑΔΕΔΥ το ΠΑΜΕ πήγε δύο φορές μέχρι τώρα και ψήφισε για πανεργατικά συλλαλητήρια, τόσο στις 16 Ιανουαρίου όσο και στις 9 Μαρτίου, τελευταία στιγμή αποφάσισε να κάνει δικά του ξέχωρα συλλαλητήρια στις 23 Γενάρη και στις 8 Μαρτίου αντίστοιχα, διασπώντας τις δυνάμεις και ακυρώνοντας στην ουσία τις αποφάσεις που και το ίδιο ψήφιζε. 

Και εδώ είχαμε το φαινόμενο, ενώ στους υπόλοιπους αγρότες να απαγορεύεται να περάσουν ακόμα και αγροτικά αυτοκίνητα, ο Μπούτας να παρελαύνει με καμιά δεκαριά τρακτέρ και κάτω από την προστασία της αστυνομίας στο Σύνταγμα. Και ενώ οι αγρότες οργανώνουν την παραμονή τους στην Αθήνα, ακόμα και με κατασκήνωση στο Σύνταγμα, διοργάνωση συναυλίας, ομιλίες και παναγροτική συγκέντρωση, το Σάββατο το ΠΑΜΕ να προσπαθεί να  τη μετατρέψει σε επίδειξη δυνάμεων, με μονόλογο Μπούτα και πολλές σημαίες.
Όπως και στη ΓΣΕΕ το ΠΑΜΕ ένωσε την ψήφο του με αυτή της ΠΑΣΚΕ και των άλλων μνημονιακών δυνάμεων για να ψηφίσει αρνητικά σε πρόταση για καινούρια απεργία στις αρχές του Μάρτη, αντιπροτείνονας και ψηφίζοντας το συλλαλητήριο, στο οποίο τελικά επίσης δε συμμετείχε όπως είπαμε και πιο πάνω, έτσι και στους αγρότες αμέσως μετά τη συγκέντρωση παροτρύνει «να γυρίσουν στα χωριά τους με το κεφάλι ψηλά», ενώ οι αγρότες συνεχίζουν τις αντιδράσεις τους με μπλοκάρισμα εκδηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, αποκλεισμό βουλευτών του κλπ. 
Και ενώ στις 10 Φλεβάρη σε συνέντευξη τύπου που δίνει ο Μπούτας, διαβεβαιώνει ότι «οι αγρότες δε θα πάνε σε διάλογο με την κυβέρνηση», μόλις λίγες μέρες μετά τις συγκεντρώσεις στις 12 και 13 Φεβρουαρίου, προσέρχεται τελικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ τα περισσότερα μπλόκα είναι ακόμα ενεργά σε όλη την Ελλάδα και αρνούνται τον προσχηματικό διάλογο αν δεν αποσυρθεί όλη η πρόταση της κυβέρνησης από το τραπέζι και μάλιστα καταλήγει να δεχτεί και μια σειρά γενικόλογων προτάσεων που ούτε ο ίδιος δεν τόλμησε ωστόσο να παρουσιάσει σαν επιτυχία. 

Και αναφερόμαστε εδώ πιο αναλυτικά στις δυνάμεις του ΚΚΕ, γιατί θεωρούμε βέβαια περιττό να αναφερθούμε στις  δυνάμεις τις προερχόμενες από το ΣΥΡΙΖΑ ή τα άλλα μνημονιακά κόμματα, που από την αρχή προσπάθησαν να διαλύσουν τις κινητοποιήσεις ή τουλάχιστον να τις υποβαθμίσουν σε μικρές τοπικές αντιδράσεις.
Έτσι το αγροτικό κίνημα βρέθηκε χωρίς στην ουσία πολιτική ομπρέλα, τουλάχιστον όχι από δυνάμεις που να έχουν μία εκπροσώπηση και στο κοινοβούλιο, με μεγαλύτερο κόμμα παρέμβασης σε αυτές σε μια κατεύθυνση δυναμώματός του και ένωσής του με το υπόλοιπο εργατικό κίνημα τη ΛΑΕ, που όμως και αυτή δεν έχει, ιδιαίτερα στον αγροτικό χώρο, σοβαρή παρουσία, ούτε έχει ακόμα κατορθώσει, παρά την τιτάνια είναι αλήθεια προσπάθεια που έγινε από τα μέλη και τα στελέχη της, να αποκρυσταλλώσει συνολικές θέσεις για τα ζητήματα του αγροτικού κόσμου. 
Όμως πέρα από τον πολιτικό κόσμο και τις συμπεριφορές του, φάνηκαν και άλλα, πιο ενδογενή και δομικά προβλήματα στο αγροτικό κίνημα.  Τα ίδια τα όργανα που αναδείχθηκαν σε αυτές τις κινητοποιήσεις, αποδείχτηκαν αδύναμα να συγκρατήσουν αυτές τις εξελίξεις. Η Πανελλαδική Επιτροπή Αγώνα δεν κατάφερε να ενοποιήσει μέχρι τέλους και να επιβάλει μια κοινή γραμμή στα κατά τόπους μπλόκα, κάτι που επέτρεψε και τις κάθε είδους διαφοροποιήσεις και ανεξάρτητες κινήσεις με μια σχετική ευκολία. 
Οι ίδιες οι επιτροπές των μπλόκων άλλωστε, είναι όργανα με εντελώς προσωρινό χαρακτήρα. Εμφανίζονται όταν οι αγροτικές κινητοποιήσεις φτάνουν στο ζενίθ τους και δεν έχουν καταφέρει, να πάρουν ένα πιο σταθερό χαρακτήρα. Στελεχώνονται κάθε φορά βιαστικά, κάτω από την πίεση της ανάγκης της οργάνωσης της στιγμής και χωρίς ιδιαίτερα κριτήρια τόσο για τα στελέχη που τις επανδρώνουν όσο και για την πολιτική που εκφράζουν. 

Έτσι χάνεται η συνέχεια του αγώνα, το αγροτικό κίνημα αποκτάει αποσπασματικό χαρακτήρα, αδυνατώντας να διαμορφώσει μακροχρόνια αιτήματα και μορφές πάλης και συντήρησης του αγωνιστικού φρονήματος στον αγροτικό κόσμο. Αυτό το κάνει πιο ευάλωτο απέναντι στα κτυπήματα της κυβέρνησης, στις παρεμβάσεις των μεγαλοαγροτών, αλλά και των μέσων μαζικής προπαγάνδισης και όλου του ιδεολογικοπολιτικού δυναμικού της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστικών κέντρων.
Τέλος αυτός ο χαρακτήρας της προσωρινότητας της οργάνωσης του αγροτικού κινήματος, μαζί με τα προβλήματα του εργατικού κινήματος (που δεν είναι του παρόντος να τα αναλύσουμε, είναι άλλωστε λίγο-πολύ γνωστά και θα τα αναφέρουμε μόνο για χάρη της συνέχειας του κειμένου με δυο λόγια), δηλαδή με συνδικαλιστικά όργανα από ξεπουλημένα έως πλήρως απαξιωμένα,  μικρή οργάνωση της εργατικής τάξης, συντεχνιασμό και διάσπαση του κινήματος, κάνουν πολύ δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη τη διασύνδεση του εργατικού με το αγροτικό κίνημα, ακόμα και αν οι συνθήκες ευνοούν ή και δημιουργούν την αναγκαιότητα γι’ αυτό, όπως στην παρούσα φάση.
 Αποτέλεσμα εικόνας για αγροτικες κινητοποιησεις συνταγμα

Αυτό το πρόβλημα αναδείχθηκε καθαρά σε αυτές τις κινητοποιήσεις. Ενώ η προσδοκία του ερχομού των αγροτών στην Αθήνα, γέννησε με αγωνιστική προσμονή τα λαϊκά στρώματα της πόλης, την ημέρα που οι αγρότες έρχονταν παίζοντας ξύλο με τις δυνάμεις του ΜΑΤ σε διάφορα σημεία της Εθνικής ή ακόμα και μέσα στην Αθήνα, όσοι ήμασταν στην πόλη παρακολουθούσαμε μουδιασμένα τις εξελίξεις, περιμένοντας την ώρα της απογευματινής συγκέντρωσης. Ακόμα και την ώρα της συγκέντρωσης όμως είχαμε το φαινόμενο, ιδίως το Σάββατο το πρωί, πολύς κόσμος να έρχεται στο Σύνταγμα, να κάθεται λίγο και μετά να φεύγει, καθώς συναντούσε εκεί κάτι που θύμιζε περισσότερο μια επετειακή εκδήλωση, παρά μια μαχητική συγκέντρωση.
Οι παραπάνω ελλείψεις εξηγούν την αποσπασματικότητα των αγώνων, τόσο στις μορφές όσο και στα αιτήματα που τις καθορίζουν κάθε φορά. Και σε αυτές τις κινητοποιήσεις είδαμε τα αιτήματα να περιορίζονται σε δύο κατηγορίες: τα καθαρά αμυντικά αιτήματα που κύριο σκοπό είχαν να μετριάσουν ή και να ανακόψουν την αγριότητα της επίθεσης που οι μικρομεσαίοι αγρότες δέχονται από  τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, όπως τα αιτήματα για τα θέματα της φορολογίας, της αύξησης των εισφορών στον ΟΓΑ, της επιστροφής των αποζημιώσεων και της προστασίας της πρώτης κατοικίας και τα αιτήματα που περιορίζονταν σε ανακουφιστικά μέτρα, αυτονόητα μέχρι πρότινος, για την επιβίωση των αγροτικών νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως η εξόφληση των χρωστούμενων είτε από φόρους είτε από ιδιώτες.
Και τα γενικότερα αιτήματα που δεν ξεφεύγουν όμως και αυτά από τη λογική της ανακούφισης των πληγών που δημιουργεί η καπιταλιστική παραγωγή και η κρίση της, όπως το δωρεάν πετρέλαιο και το φθηνό ρεύμα, τις εγγυημένες τιμές και την πρόσληψη γεωτεχνικών για την αντιμετώπιση άμεσων αναγκών. Και τέλος κάποια πιο μεσοπρόθεσμα αιτήματα, που μόνο αιχμές όμως αφήνουν απέναντι στις κυρίαρχες πολιτικές όπως η κατάργηση των περιορισμών της ΚΑΠ, η μη ιδιωτικοποίηση των υδάτινων πόρων και η έκκληση στην ουσία για έργα υποδομής. 
Είναι όμως φανερό ότι ακόμα και αν όλα αυτά τα αιτήματα γίνονταν δεκτά, δε θα έλυναν τα χρόνια και σοβαρά προβλήματα της αγροτικής παραγωγής και του συνεχούς μαρασμού της. Η πρώτη κατηγορία αυτονόητα, αφού αναφέρεται είτε σε μέτρα που αν και δεν έχουν παρθεί ακόμα δε σημαίνει ότι δεν είναι ήδη δεινή η θέση των μικρομεσαίων αγροτικών νοικοκυριών είτε έχει να κάνει με την ίδια την κρίση και την αδυναμία του συστήματος να την ξεπεράσει. Και η άλλη κατηγορία  στην ουσία περιέχει πάγια αιτήματα του αγροτικού κινήματος, που και πριν την κρίση ακόμα δεν είχαν βρει καμία λύση στις ακολουθούμενες πολιτικές ενώ στα πολιτικά ζητήματα, χαρακτηρίζεται κυρίως από γενικότητες και εκκλήσεις.
Το να διαπιστώσουμε την ανάγκη το αγροτικό κίνημα (και όχι μόνο το αγροτικό) να ξεπεράσει τα παραπάνω προβλήματα, είναι νομίζουμε περιττό. Τα όργανα που αναδείχτηκαν από αυτούς τους αγώνες (οι επιτροπές των μπλόκων) μόνο αν ξεπεράσουν τον  προσωρινό και τυχαίο χαρακτήρα τους θα μπορέσουν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο και να δώσουν κερδοφόρα τις μάχες που έρχονται. 

Η διατήρησή τους και στις ενδιάμεσες από τις κινητοποιήσεις περιόδους, με την ταυτόχρονη διατήρηση όμως και των βασικών χαρακτηριστικών που σε αυτές απέκτησαν, δηλαδή της άμεσης σύγκλισης και εκλογής τους και του μη παγιωμένου προσωπικού τους, αλλά με τη δυνατότητα να εμπλουτίζονται κάθε φορά ανάλογα με τις ανάγκες που δημιουργούνται, αυτό θα τις κάνει πραγματικό εργαλείο στα χέρια των μικρομεσαίων αγροτών. 

Ένα εργαλείο που μπορεί να δώσει μια συνέχεια με μορφές πάλης που θα σημάνουν ένα γενικότερο αγροτικό ξεσηκωμό που δε θα μετράει μόνο μεγαλειώδεις εξάρσεις, αλλά αντίσταση μέχρι τη νίκη και την πραγματική λύση των προβλημάτων και μπορεί να εξασφαλίσει τη διασύνδεση με το εργατικό κίνημα, με όρους πραγματικής συμπόρευσης και όχι αποσπασματικής, συγκυριακής (και γι΄ αυτό αναποτελεσματικής) συνεύρεσης.
Οι μορφές του αγώνα και ο χαρακτήρας των οργάνων του είναι σίγουρα το ένα στοιχείο που καθορίζει τις εξελίξεις στο κίνημα. Αν όμως παράλληλα δεν ξεκαθαρίσει ο αγροτικός κόσμος (και άλλη  μια φορά θα πούμε και όχι μόνο ο αγροτικός κόσμος) τις συνολικότερες διαθέσεις του, αν δεν αποφασίσει να δει και να παλέψει με τα αίτια της κατάστασης και μείνει μόνο να προσπαθεί να αποκρούει κάθε φορά τις επιθετικές πολιτικές που αυτά γεννούν, θα μοιάζει δυστυχώς με εκείνους τους άμοιρους στην Ινδονησία και τις γύρω περιοχές, που την ώρα που τις χτύπαγε το τσουνάμι και καθώς η θάλασσα υποχώρησε προς στιγμή, βγήκαν να μαζέψουν κοράλλια και άλλα υποθαλάσσια ενθύμια, με αποτέλεσμα το τσουνάμι να τους σαρώσει πρώτους. 

Όμως, το έχουμε ξαναπεί, τα κοινωνικά φαινόμενα σε αυτό ακριβώς διαφέρουν από τα φυσικά, τα φυσικά είναι απρόβλεπτα και τυχαία, ενώ τα κοινωνικά σαν γεννήματα αλληλουχίας επιλογών και ασκούντων πολιτικών, είναι απολύτως προβλέψιμα, ακόμα και πολύ πριν εμφανιστούν. Σε αυτό βασίζεται άλλωστε και όλη η κοινωνική και πολιτική δομή της κοινωνίας μας (ακόμα και στις εκλογές προσπαθούμε στην ουσία να προβλέψουμε ποιος θα εκπροσωπήσει καλύτερα τα συμφέροντά μας).
Το αγροτικό κίνημα θα δυναμώνει, θα γίνεται ισχυρό και αποτελεσματικό, στο βαθμό που ο αγροτόκοσμος θα ξεπερνάει τις όποιες αυταπάτες έχουν μείνει ακόμα και σε μερικά ζητήματα κυριαρχούν. Αυταπάτες που στηρίζονται κυρίως στην προ την κρίση περίοδο, την περίοδο που η πορεία της οικονομίας και η ανάπτυξή της συνδέθηκε απόλυτα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κονδύλια που αυτή διέθετε, αλλά και τις εντολές και κατευθύνσεις που καθόριζε. 
Τα χρόνια που η εξάρτηση της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα βάθυνε ακόμα περισσότερο και εκτός από πολιτική και στρατιωτική, που εκφράζονταν κυρίως προ του ’80, έγινε και οικονομική, αφού η όποια χρηματοδοτική ροή προς τη χώρα συνοδεύονταν από το χτύπημα του πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. 
Ένα χτύπημα που ήταν τόσο μεγάλο και έντονο, που έφτασε στο πλήρες ξεκλήρισμα αυτών των τομέων της οικονομίας στην ουσία. Δεν επιχειρήθηκε δηλαδή στην Ελλάδα μια εξαγορά και μια μονοπώληση της αγοράς, από ξένα ή ντόπια κεφάλαια, ή τουλάχιστον δεν επιχειρήθηκε αυτό κυρίως. 

Εκείνο που έγινε τα χρόνια των δεκαετιών της ευρωπαϊκοενωσιακής πορείας της χώρας, ήταν το αφάνισμα του δευτερογενούς τομέα στους βασικούς του κλάδους, αφήνοντας  μόνο υπολείμματα από εδώ κι από εκεί, βοηθητικές στην ουσία μονάδες, συμπληρωματικές για τη λειτουργία της αγοράς και της οικονομίας εν γένει, που δεν μπορούσαν όμως σε καμία περίπτωση να συγκροτήσουν ένα βιομηχανικό ιστό της χώρας. Και μία συστηματική μείωση της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής και  αυτής ακόμα πλήρους ελεγχόμενης ως προς το μέγεθος και τη διάθεσή των προϊόντων της.
Όμως και ο τριτογενής τομέας, όσον αφορά τουλάχιστον τον τομέα των υπηρεσιών, παρά την ομολογούμενη ανάπτυξή του, αναγκάστηκε να συρθεί σε μια πλήρως εξαρτησιακή με τις ευρωπαϊκές οδηγίες πορεία, μετατρεπόμενος έτσι σε έναν εξυπηρετητή της δημιουργίας και γιγάντωσης των πελατειακών σχέσεων και δεσμών, τόσο των ευρωατλαντικών θεσμών με το πολιτικό κατεστημένο της χώρας, όσο και του ίδιου του πολιτικού κατεστημένου με την υπόλοιπη κοινωνία και χωρίς ποτέ να αποκτήσει μια κυρίαρχη θέση διακίνησης κεφαλαίων, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, όπως είχαν υποσχεθεί τόσο ο πρώτος εμπνευστής μια τέτοιας ανάπτυξης ο Ανδρέας Παπανδρέου, όσο και ο κατοπινός εξυπηρετητής της ο Κώστας Σημίτης και μένοντας πάντα συρρικνωμένος σε μεσαίες επιχειρήσεις διανομής ευρωπαϊκών και κρατικών πακέτων. 
Έμεινε έτσι μόνο το εμπόριο να αναπτύσσεται σε ένα βαθμό λόγω της καταναλωτικής στροφής της οικονομίας και εκεί έχουμε την εισβολή από πολύ νωρίς ακόμα, από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, των ξένων κυρίως ευρωπαϊκών μονοπωλίων που ανοίγουν εδώ παραρτήματά τους ή αγοράζουν ντόπια μεγάλα ονόματα του τομέα της κατανάλωσης. 

Και η οικοδομή που, παλινδρομώντας από κρίση σε κρίση, καταφέρνει να συντηρείται λόγω των μεγάλων έργων της εποχής, μέσα από τα οποία φουντώνει η διαπλοκή του ελληνικού κεφαλαίου με το πολιτικό κατεστημένο και κατευθείαν με τους ευρωατλαντικούς θεσμούς, δημιουργώντας με τα «νέα τζάκια» που εξήγγειλε ο Λαλιώτης ένα καινούριο κομμάτι της αστικής τάξης, που δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στην οικονομία, ούτε κεφάλαια, ούτε τεχνογνωσία, δεν έχει καν ένα δικό της ιστορικό background και προφίλ και το μόνο που έχει να επιδείξει είναι οι δεσμοί διαπλοκής, αλλά και απόλυτης εξάρτησης με τους ευρωατλαντικούς θεσμούς και τους πολιτικούς εκφραστές τους και που μέλλει να παίξει τα επόμενα χρόνια, πολύ γρήγορα μετά την εμφάνισή του, καθοριστικό ρόλο στην ελληνική πραγματικότητα, καθώς ελέγχει κανάλια, εφημερίδες κλπ. διαμορφώνοντας μέσα από αυτά την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα της χώρας. 
Ακόμα και η υπόλοιπη οικοδομή όμως, που γνωρίζει για κάποια χρόνια μια ανάπτυξη, βασισμένη στη φούσκα των ακινήτων που δημιούργησε στοχευμένα το χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην πληθώρα φθηνού εργατικού δυναμικού, που προμηθεύτηκε κυρίως από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που παράλληλα ζούσαν από τότε τη δική τους κρίση, δεν καταφέρνει τελικά να δημιουργήσει κανένα είδος αποθεματικού κεφαλαίου, ούτε καν για τους ίδιους τους εργοδότες του κλάδου (εργολάβους, μηχανικούς κλπ.) ή τουλάχιστον για τους περισσότερους από αυτούς, που στην πλειοψηφία τους σήμερα (από μεσαίους και κάτω) αντιμετωπίζουν μέχρι και προβλήματα επιβίωσης.
Τέλος και ο χρηματοπιστωτικός τομέας και παρόλο που παγκόσμια ζούσαμε την εποχή του απόλυτου θριάμβου του, έχει παρόμοια πορεία. Αφού για κάποια χρόνια επιβιώνει απόλυτα κρατικοδίαιτος, με κρατικές τις περισσότερες τράπεζες ή ελεγχόμενες κρατικά και άρα ελεγχόμενες στην ουσία απόλυτα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς και τις αποφάσεις τους, σήμερα παρά τη συνεχή ενίσχυσή του, περνάει στον πλήρη μαρασμό και  την εξαγορά του από τα ξένα funds, ανίκανο να παίξει οποιοδήποτε ρόλο στην πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Κατανοούμε απολύτως ότι όλα αυτά που αραδιάζουμε εδώ σε μια σελίδα είναι θέματα τα οποία, παρόλο που έχουν γραφεί πολλά γι’ αυτή την περίοδο, χρήζουν περαιτέρω απόδειξης και ανάλυσης. Ωστόσο ο χαρακτήρας του άρθρου προφανώς δε θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, γι’ αυτό περιοριζόμαστε στην απλή αναφορά τους, έστω και σαν αφορμή για συζήτηση και δεσμευόμαστε για παραπάνω ανάλυση σε επόμενα κείμενα.
Την ίδια εποχή που συντελείται αυτή η τεράστια καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας σε όλους σχεδόν τους τομείς της οικονομίας, σε παγκόσμιο επίπεδο ο ιμπεριαλισμός φαίνεται να απολαμβάνει ένα τεράστιο και με ραγδαίους ρυθμούς αναπτυσσόμενο ιμπεριαλιστικό πλεόνασμα, που δημιουργείται τόσο από την επέκτασή του σε ακόμα περισσότερες οικονομίες, που περνάει βέβαια μέσα από την πλήρη καταστροφή τους και την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση των όποιων αποθεμάτων τους, όσο και με τους ιλιγγιώδης ρυθμούς ανάπτυξης που πετυχαίνει, για λόγους που δεν είναι επίσης της ώρας να δούμε, αλλά αυτό είναι κάτι στο οποίο συμφωνούν όλες οι μελέτες και οι στατιστικές και μπορούμε να το βάλουμε στη συζήτησή μας.
Από αυτό το ιμπεριαλιστικό πλεόνασμα, έχει τη δυνατότητα να δώσει ένα μικρό μέρος σε χώρες προσδεμένες στο άρμα του και η χώρα μας, λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής της θέσης και των πιέσεων του κινήματος, θα πάρει κι αυτή ένα μικρό κομμάτι αυτού του μερίσματος. Αν και στο μεγαλύτερο μέρος του αυτό διατίθεται για τον έλεγχο της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, διαμοιραζόμενο σε κόμματα και ισχυρά οικονομικά τζάκια, ψίχουλα θα δοθούν και στα κατώτερα στρώματα για να γίνει αποδεκτή και κατορθωτή η ιμπεριαλιστική κυριαρχία και η παραγωγική καταστροφή που συνεπάγεται.
Έτσι, ενώ η αγροτική παραγωγή μαραζώνει, το βιοτικό επίπεδο των αγροτών, ακόμα και των μικρομεσαίων, θα διατηρηθεί ή και θα έχει μια ανάκαμψη, μέσα από επιδοτήσεις, δάνεια και πλήθος άλλους τρόπους, με έναν μόνο όρο, να είναι κάθε χρηματοδότηση έξω από την παραγωγή και τις ανάγκες της. Και κατορθώνει τι; με τη μικρότερη δυνατή αντίσταση, να πετύχει μείωση των αγροτικών τιμών παγκόσμια (προωθώντας προϊόντα από χώρες με πολύ χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο και απαξιώνοντας την εργασία του αγρότη συνολικά), που τα βάζει ευκολότερα στο χέρι, ελέγχοντας την παγκόσμια σχεδόν παραγωγή ή έστω ένα μεγάλο μέρος της και μονοπωλώντας στη συνέχεια την αγορά με τα τεράστια τραστ που δημιουργούνται γύρω από σπόρους, λιπάσματα και τα άλλα χρειαζούμενα της αγροτικής παραγωγής.
Και ενώ συμβαίνουν αυτά στην αγροτιά, αντίστοιχα φαινόμενα εκφράζονται και στην υπόλοιπη κοινωνία. Την ίδια στιγμή που κλείνουν τα εργοστάσια και απαξιώνονται βιομηχανικοί κλάδοι, ανοίγουν σωρεία θέσεων στο δημόσιο και σε άλλους κρατικοδίαιτους τομείς (ΔΕΚΟ, προβληματικές κλπ.) που θα απορροφήσουν μέρος της ανεργίας που δημιουργείται. Και ενώ δίνονται επιδοματικές αυξήσεις στο δημόσιο και στους κλάδους κοντά σε αυτό, δε γίνεται καμιά ουσιαστική αύξηση στους βασικούς μισθούς και περνάνε σειρά μέτρων για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στον ιδιωτικό τομέα, ενώ χτυπιέται με αλλεπάλληλους νόμους το ασφαλιστικό. 
Πάνω σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος αυτού πηγαίνει, όπως είπαμε και πριν στο πολιτικό κατεστημένο και το προσωπικό που το υπηρετεί, το κίνημα θα αποκτήσει τις δικές του αυταπάτες και θα διαμορφωθεί από αυτές για πολλά χρόνια. Η ρεφορμιστική λογική του λιγότερου κακού και του «εφικτού» που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ, μαζί με τα ρουσφέτια και κάθε είδους συνδιαλλαγή με τους από κάτω, έγιναν σημαία για το συνδικαλιστικό κίνημα όλων των χώρων. 

Ενώ η αριστερή απάντηση σε αυτά ήταν μεταξύ του πρώην ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και κατοπινού ΣΥΡΡΙΖΑ που από την Ευρώπη των λαών έφτασε στη συγκέντρωση δυνάμεων για την αντιμνημονιακή πάλη για να καταλήξει στην προδοσία του καλοκαιριού του ’15, του ΚΚΕ που αφού ταλανίστηκε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 από τις εσωτερικές του κρίσεις πήγε από το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» στην κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από εκεί στην αυτοαπομόνωση στο κίνημα με σημαία το ποιος είναι και ποιος δεν είναι με την ΕΕ, για να φτάσει ο Γραμματέας του να δηλώνει ότι «αν φύγουμε από την ευρωζώνη θα είναι καταστροφή για τη χώρα» και κάποιων άλλων εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων που προσπαθώντας να είναι πάντα ένα βήμα αριστερότερα του ΚΚΕ, μετέτρεψαν την ταξική πάλη σε πλειοδοσία αιτημάτων, όσο περισσότερα τόσο αριστερότερα, σε έναν εσωτερικό-αριστερό καυγά που λίγο απασχολούσε έτσι κι αλλιώς την υπόλοιπη κοινωνία. 
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αντικειμενικές και υποκειμενικές, δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο σύστημα αξιών που χαρακτήρισε τις γενιές μας και γαλούχησε δυστυχώς και τη νέα γενιά που τώρα βγαίνει στο προσκήνιο. Ένα σύστημα αξιών στο οποίο οι ευρωατλαντικοί θεσμοί, με άγημα την ΕΕ, δεν ήταν και τόσο κακοί αν κατάλληλα αξιοποιηθούν και η χώρα, έτσι όπως κατάντησαν τέλος πάντων την οικονομία της, δεν μπορεί να έχει μέλλον έξω από αυτούς. 
Σήμερα που η κρίση ήρθε να ανεβάσει τους ρυθμούς καταστροφής με πολλαπλάσιους ρυθμούς και να φέρει την απόλυτη και άμεση φτωχοποίηση σε τεράστιες κοινωνικές μάζες αυτό το σύστημα αξιών μοιάζει να κρατάει ακόμα. Και είναι σίγουρο ότι δε θα πέσει μόνο του, υπάρχει αντίθετα ο κίνδυνος να εξευτελιστεί σε εθνικιστικές κορώνες χωρίς διέξοδο, που απλά θα επιτείνουν ή και θα δικαιολογήσουν κάποια στιγμή τη συνεχιζόμενη καταστροφή.

 Σχετική εικόνα

Είναι γι’ αυτό που μπαίνει απόλυτα επιτακτικά το ζήτημα της πάλης ενάντια σε αυτό το σύστημα αξιών και τις αυταπάτες που το εξέθρεψαν, τόσο για το κίνημα συνολικά όσο και για το πολιτικό προσωπικό που θέλει να το υπηρετήσει. Πάλη που θα στοχεύει να καταδεικνύει τις αυταπάτες και την προέλευσή τους, αλλά και το πόσο έωλες, αποδεδειγμένα πια, είναι. Αλλά και την ανάγκη της πάλης ενάντια στους ευρωατλαντικούς θεσμούς που τις θρέφουν τόσα χρόνια.
Για να γυρίσουμε στις αγροτικές κινητοποιήσεις. Είδαμε τα αιτήματά τους και νομίζουμε ότι μια όποια λίστα αιτημάτων του αγροτικού κόσμου σήμερα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ολοκληρωμένη, αν δε βάζει ζητήματα γι’ αυτές ακριβώς τις πολιτικές που γεννούν τα προβλήματα που πνίγουν τον αγροτικό κόσμο. Δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ξεκομμένα από αυτές, αυτά που πάνε να ρίξουν στους μικρομεσαίους αγρότες. Αυτό που με μια λέξη τα τελευταία χρόνια ονομάσαμε μνημόνιο, δεν είναι παρά σειρά μέτρων και πολιτικών που με τον πιο ωμό και βίαιο τρόπο κατατείνουν στην εξαθλίωση, την πλήρη καταστροφή της οικονομίας και την απόλυτη υποταγή της χώρας στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, μετατρέποντάς την σε εύκολο υποχείριο στα γεωστρατηγικά τους σχέδια.
Ένας τέτοιος καθοριστικός τομέας όπως η αγροτική οικονομία, δεν έχει καμία ελπίδα να σταθεί και να προχωρήσει στο πλαίσιο αυτών των μνημονιακών πολιτικών. Είναι γι’ αυτό που το μνημόνιο πρέπει να είναι πρώτο στο στόχο του αγροτικού κινήματος και το ξεπέρασμα και η ακύρωσή του ένα από τα βασικά αιτήματά του.
Όμως το μνημόνιο-καταστροφέας δεν ήρθε από το πουθενά. Είναι γέννημα των ιμπεριαλιστικών θεσμών στους οποίους είναι δεμένη η χώρα. Η ΕΕ, το ΔΝΤ, το ΝΑΤΟ δεν είναι οι σωτήρες της όπως τόσο έντεχνα τα προηγούμενα χρόνια ήθελαν να μας πείσουν. Τα καταστροφικά μνημόνια που με τόση επιμονή και αγριότητα επιβάλλουν για σειρά χρόνων είναι η καλύτερη απόδειξη ότι όχι η έξοδος, αλλά η παραμονή σε αυτούς είναι που κάνει την καταστροφή κάθε μέρα και μεγαλύτερη, κάθε μέρα και οδυνηρότερη. 

Η αποδέσμευση της χώρας από την ευρωζώνη και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς θεσμούς και η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, είναι μονόδρομος για την κοινωνία και ο αγροτικός κόσμος, βασικός κορμός της, έχει υποχρέωση να σηκώσει τη σημαία αυτού του αγώνα ψηλά.
Θα πει κανείς, και μετά τι; Σε ένα διαλυμένο συνεταιριστικό τοπίο και με μια αγορά μονοπωλημένη από τους μεσάζοντες και τις μεγάλες εταιρείες, τι μπορεί να περιμένει η μικρομεσαία αγροτιά, χωρίς ούτε τις μικροεπιδοτήσεις που τώρα παίρνει, έστω και κουτσουρεμένες, έστω και με καθυστέρηση.
Είναι αλήθεια ότι οι συνεταιρισμοί, έτσι όπως δημιουργήθηκαν και εκφράστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, έχουν σε μεγάλο βαθμό απαξιωθεί. Και κατά τη γνώμη μας δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Γιατί συνεταιρισμοί, απλοί ανταγωνιστές των μεγαλομεσαζόντων, στα πλαίσια ενός κράτους πλήρως υποταγμένου στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και εξυπηρετητή του μεγάλου κεφαλαίου γενικά και στον αγροτικό τομέα ειδικότερα, δε θα μπορούσαν να έχουν καμία καλύτερη τύχη.
Ούτε η μικρή και διάσπαρτη παραγωγή ωστόσο μπορεί, στις σημερινές συνθήκες ανάπτυξης της τεχνολογίας και στην αγροτική παραγωγή, να δώσει πραγματική διέξοδο στις ανάγκες αυτών που απασχολεί όση βοήθεια και αν δοθεί από τα έξω. Και τα προηγούμενα χρόνια άλλωστε έπαιξε κυρίως ρόλο μέρους μόνο του εισοδήματος για τους μικρομεσαίους αγρότες, που πολλοί από αυτούς αναγκάζονταν να το συμπληρώνουν με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, από τον τουρισμό, την οικοδομή, τη δουλειά ενός μέλους της οικογένειας στο δημόσιο κλπ. παρά και τις επιδοτήσεις που δίνονταν.
Ένα πραγματικό συνεταιριστικό κίνημα είναι η μόνη πηγή ανάσας για τους μικρομεσαίους αγρότες. Με τη δημιουργία από την αρχή συνεταιρισμών, όμως συνεταιρισμών σε εδαφοπαραγωγική βάση μέσα από τους οποίους οι μικρομεσαίοι αγρότες θα παλεύουν συνολικά τόσο για τη σωστή αύξηση και την κατανομή της δουλειάς και της παραγωγής και της διάθεσής της, όσο και για τις σωστές φορολογικές, ασφαλιστικές και άλλες πολιτικές.
Και βέβαια απαιτώντας και από την κρατική εξουσία έναν προσανατολισμό που δε θα έχει να κάνει με την εξυπηρέτηση του μεγάλου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών αφεντάδων και προστατών του, αλλά για πολιτικές που θα ενισχύουν τη μικρομεσαία αγροτιά και θα έδιναν τα εφόδια και τα εργαλεία, πολιτικά και άλλα, στους συνεταιρισμούς της για να προχωρήσουν την αγροτική παραγωγή και να την κάνουν πραγματικό στυλοβάτη της οικονομίας.
Μια κρατική εξουσία που δε θα υποβιβάζει τους συνεταιρισμούς άνισους ανταγωνιστές των μεγαλοτσιφλικάδων, των μεγαλομεσαζόντων και των ξένων τραστ του πρωτογενούς τομέα, αλλά θα τους χρήσει μπροστάρηδες στον αγώνα ενάντιά τους και κύριους τροφοδότες της ελληνικής κοινωνίας, σε μια χώρα που είναι ευλογημένη, εδαφολογικά και κλιματολογικά, να μπορεί να θρέψει τους κατοίκους της.
Ο αγροτικός κόσμος έχει κάθε λόγο να στηριχτεί σε ένα αγροτικό κίνημα που ξέρει να τα βάζει με τις αυταπάτες του, που μπορεί να παλεύει τους πραγματικούς αίτιους και είναι ικανό να καθορίζει την πορεία του και ένα τέτοιο αγροτικό κίνημα είναι σίγουρο ότι θα το στηρίξει.
Μένει αυτό το αγροτικό κίνημα να σφυρηλατηθεί στους αγώνες που έρχονται, με βάση τα διδάγματα που βγαίνουν από τους αγώνες που έγιναν. 

Και μένει ακόμα και στο πολιτικό προσωπικό που θέλει να εκφράσει τη μικρομεσαία αγροτιά (και η ΛΑΕ ευαγγελίζεται έναν τέτοιο ρόλο) να κάνει αυτές τις πολιτικές καθημερινή πάλη των στελεχών της, να τις εξειδικεύσει και να τις μελετήσει παραπέρα, αλλά και να τις πάει και στο τελευταίο χωριό και να τις κάνει κτήμα όσων περισσότερων αγροτών γίνεται.
Ώστε το αγροτικό κίνημα, κομμάτι αναπόσπαστο της ταξικής πάλης, να γίνει αυτό που πραγματικά του αξίζει, μόνιμος συνοδοιπόρος του εργατικού κινήματος, που μαζί του θα ανταλλάσσει ακόμα πιο συνειδητά εμπειρίες, θα μοιράζεται αγώνες και νίκες και θα γράφει κοινά με αυτό συνθήματα στα πανό του.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου