30 Οκτωβρίου 2009

Εκλογές με συμπτώσεις ..ή συμπτώματα εκλογών;




            Το προαναγγελθέν έγκλημα είναι ένα ευρηματικό κόλπο που  συναντιέται σε κάποια καλοστημένα αστυνομικά μυθιστορήματα. Συνήθως μέσω μιας εφημερίδας ο εγκληματίας δημοσιοποιεί τις προθέσεις του μέρες πριν τις πραγματοποιήσει. Ωστόσο και παρόλο που όλοι ξέρουν πότε, πού και πώς θα γίνει το έγκλημα, κανείς τελικά δεν είναι ικανός να το σταματήσει ή ακόμα και να το εξιχνιάσει αφού γίνει.


            Αυτό όμως που στα χέρια ενός ικανού συγγραφέα είναι ευρηματικό και προσδίδει ενδιαφέρον στα αστυνομικά μυθιστορήματα, γίνεται απογοητευτικό έως και επικίνδυνο, όταν εφαρμόζεται στο πλαίσιο μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Παρόλα αυτά είναι ένα σενάριο που το είδαμε να επαναλαμβάνεται συχνά στις αστικές δημοκρατίες των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών στη διάρκεια του 20ου αιώνα, ενώ τώρα, τον 21ο αιώνα, που κλείνει ήδη την πρώτη δεκαετία του, όχι μόνο δε φθίνει, αλλά αντίθετα διαμορφώνεται όλο και περισσότερο σε μόνιμο και όλο και πιο κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους.


          
  Οι εκλογές του Οκτωβρίου του 2009 στην Ελλάδα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού που θέλουμε να πούμε. Με μια πρώτη ανάγνωση οι εκλογές αυτές έδωσαν μια, όπως συνηθίζεται να λέμε, «καθαρή» νίκη στο κόμμα που αντιπροσωπεύει την αστική σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ, αφού το τελευταίο επικράτησε από το δεύτερο κόμμα και κύριο αντίπαλό του, το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, με μια μεγάλη διαφορά 10 ποσοστιαίων μονάδων.


            Θα έλεγε κανείς ότι αυτό καταδεικνύει μια «στροφή» της κοινωνίας αριστερότερα, ότι υποδηλώνει μια μεγάλη μετακίνηση, έστω με εκλογικούς όρους. του εκλογικού σώματος προς το κέντρο και προς τα αριστερά και πως τέλος πάντων μεγάλες μάζες πληθυσμού μετακινήθηκαν από το ένα κόμμα προς το άλλο, αλλάζοντας εκλογική -έστω- κατεύθυνση και συμπεριφορά. Όποιος όμως έριξε μια καλύτερη ματιά στα αποτελέσματα πέρα από τα ποσοστά, στους αριθμούς και στις μετακινήσεις, δοκίμασε μια μεγάλη έκπληξη, εκτός από την έκπληξη του ίδιου του αποτελέσματος.


            Οι αριθμοί λοιπόν, που σύμφωνα με κάποιους δε λένε ποτέ ψέματα, δείχνουν καθαρά το ΠΑΣΟΚ να νικάει με μια πρωτοφανή διαφορά, παίρνοντας ακριβώς τους ίδιους ψήφους που πήρε 5 χρόνια νωρίτερα στις εθνικές εκλογές του 2004, όταν δηλαδή έχασε την κυβερνητική πλειοψηφία με μια επίσης αξιοσέβαστη διαφορά που άγγιζε τις 5 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτή η περίεργη σύμπτωση στους αριθμούς των ψήφων από τη μια δείχνει ακατανόητη, από την άλλη όμως έρχεται και να εξηγήσει στοιχεία της πολιτικής ζωής του τόπου που δε συμβάδιζαν με το αποτέλεσμα, όπως αυτό εξελίχθηκε ποσοστιαία τουλάχιστον.


            Και πραγματικά το εκλογικό αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου εξέπληξε πολλούς. Σε όλη την προηγούμενη περίοδο, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου καθαρά προεκλογικού μήνα, τίποτα δεν έδειχνε τέτοια μετακίνηση αντιλήψεων και εκλογικών συμπεριφορών. Το αντίθετο μάλιστα. Στις ευρωεκλογές που προηγήθηκαν μόλις 4 μήνες πριν τις βουλευτικές, η Νέα Δημοκρατία ήταν βεβαίως πάλι δεύτερο κόμμα, με μια διαφορά όμως που κρατήθηκε στις 4 μόλις ποσοστιαίες μονάδες και με μια αποχή που ξεπέρασε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 45% και που κατά κοινή ομολογία προέρχονταν κυρίως από μέλη και οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας που απλά δεν πήγαν να ψηφίσουν. 

         Είναι όμως γενικά συνηθισμένο σε περίοδο ευρωεκλογών, τα κόμματα εξουσίας που βρίσκονται στη διακυβέρνηση να εισπράττουν σε εκλογές όπου δε διακυδεύεται η κυβερνητική εξουσία το μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας που προκαλεί η διακυβέρνησή τους. Και είναι κάτι που έχει εξάλλου συμβεί κατ’ επανάληψη και με το ΠΑΣΟΚ τα χρόνια που αυτό ήταν στην κυβέρνηση, χωρίς όμως αυτό να του στερήσει τη δυνατότητα της εκλογικής νίκης στις βουλευτικές εκλογές. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Ιουνίου φάνηκε να κινείται σε παρόμοια πλαίσια εκλογικής συμπεριφοράς.


            Και αυτό γιατί στις ίδιες ευρωεκλογές το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να αυξήσει καθόλου τις δυνάμεις του, είχε απλά μια καλύτερη συγκέντρωση, με μικρότερη αποχή των ψηφοφόρων του. Δεν πήρε όμως καθόλου ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία ή τα άλλα κόμματα της ελληνικής κοινωνίας. Αντίθετα αύξησε την εκλογική του δύναμη το άλλο δεξιό κόμμα της Ελλάδας, το ΛΑΟΣ, συγκρατώντας και εκτονώνοντας τη δυσαρέσκεια προς την ίδια συντηρητική κατεύθυνση, όπου οι δίοδοι επικοινωνίας και μεταφοράς ψήφων από αλλά και προς τη Νέα Δημοκρατία, ειδικά όταν κρίνεται το θέμα της εξουσίας ευνοώντας τη δεύτερη, είναι πολύ πιο εύκολοι. Τα κόμματα της υπόλοιπης αριστεράς τέλος, στο σύνολό τους, μάλλον μείωσαν παρά αύξησαν τις δυνάμεις τους, δείχνοντας ότι η δυσαρέσκεια δεν είχε βρει τρόπο να αλλάξει συνολικά την εκλογική κατεύθυνση του εκλογικού σώματος και άρα ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είχε «δεξαμενές» να «ψαρέψει» περισσότερους ψήφους, αναγκαίους για την κατάκτηση της κυβέρνησης.


            Τέλος, στους μήνες που ακολούθησαν, αλλά και σε αυτή καθαυτή την προεκλογική περίοδο, τίποτα δεν έδειχνε σοβαρή μετακίνηση ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία προς το ΠΑΣΟΚ, ούτε και ένα ρεύμα αποδοχής της πολιτικής του πρότασης και παρουσίας, ικανή αλλά και αναγκαία προϋπόθεση για να προχωρήσουν τέτοιου είδους αλλαγές και μάλιστα με τόσο έντονο και καταδεικτικό τρόπο. Σε αυτό συμφωνούσαν ακόμα και οι δημοσιογράφοι στα μμε (θα συζητήσουμε το ρόλο των μμε αναλυτικότερα αμέσως πιο κάτω) που στις συζητήσεις τους στα κανάλια με τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έθεταν ερωτήματα ξεκινώντας ακριβώς από αυτή τη διαπίστωση: «Η Νέα Δημοκρατία έχει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και είναι δέκτης μεγάλης δυσαρέσκειας, αλλά δε φαίνεται να διαμορφώνεται «ρεύμα» υπέρ του ΠΑΣΟΚ». 

             Όντως. όποιος μίλησε προεκλογικά με κόσμο στις δουλειές, στις γειτονιές, στα χωριά αυτό το καταλάβαινε με τη μία, αφού ούτε οι ίδιοι οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ δε μπορούσαν να υπερασπιστούν την πολιτική του ή να δώσουν μάχη γι’ αυτή. Έτσι και μέχρι την τελευταία στιγμή, οι περισσότεροι περίμεναν μεν μια επικράτηση του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο κανείς δεν ήταν σίγουρος αν,  δεδομένου και του συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος, αυτή θα ήταν ικανή να του χαρίσει τελικά την κυβέρνηση. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι πάντως δεν προέβλεπαν κάτι παραπάνω από μια οριακή κυβερνητική πλειοψηφία. Κάποιοι βέβαια ήξεραν.


            Όμως αυτό που φάνηκε ακατανόητο το βράδυ των εκλογών, είναι αυτό που κάνει τελικά απόλυτα κατανοητό το πώς λειτουργούν οι εκλογές στις σημερινές αστικές δημοκρατίες. Ας δούμε λοιπόν, μερικούς «απόλυτους» και «αντικειμενικούς» αριθμούς, που τόσο αρέσουν και στους μεγαλόσχημους πολιτικούς αναλυτές των καναλιών και ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε, μέσα από τη δική τους «ψυχρή» ματιά την πολιτική πραγματικότητα της εποχής μας. Παρακάτω παραθέτουμε τους πίνακες με τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2004, και του 2009[1].



2004    Έλαβαν


Κόμμα                    %                        Ψήφοι                                Έδρες
N.Δ.                        45,36                   3.359.058                            166
ΠAO.K                 40,55                   3.002.531                            116
K.K.E.                     5,90                     436.573                               12
ΣYN                        3,26                     241.539                               6
ΛΑ.Ο.Σ.                  2,19                     162.103                               0
ΔH.K.KI.                  1,79                     132.750                              0
ΛΟΙΠΑ                                               74.380                                  0
Σύνολο ψήφων                                   7.404.934                           










































2009 Έλαβαν

Κόμμα
%
Ψήφοι
Έδρες
 ΠΑΣΟΚ
43,92
3.011.521
160
 Ν.Δ.
33,48
2.295.318
91
 Κ.Κ.Ε.
7,54
517.062
21
 ΛΑ.Ο.Σ.
5,63
386.063
15
 ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
4,60
315.501
13
  ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ
2,53
173.388
0
 ΛΟΙΠΑ
2,30
157.593
0
Σύνολο ψήφων

6.856.446



            Και για να είναι πιο πλήρης η εικόνα μας, θα παραθέσουμε εδώ και τα αποτελέσματα από τις ενδιάμεσες βουλευτικές εκλογές του 2007:


2007 Έλαβαν

Κόμμα
%
Ψήφοι
Έδρες
Ν.Δ.
41,83
2.995.479
152
ΠΑ.ΣΟ.Κ.
38,10
2.727.853
102
Κ.Κ.Ε.
8,15
583.815
22
ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
5,04
361.211
14
ΛΑ.Ο.Σ.
3,80
271.764
10
ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ
1,05
75.529
0
ΛΟΙΠΑ
2,01
144.615

Σύνολο ψήφων

7.356.294



            Ας ξεκινήσουμε να αναλύουμε από πιο κοντά τους παραπάνω αριθμούς, μένοντας στα πιο βασικά από τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται. Το πρώτο που προκαλεί πραγματικά μεγάλη εντύπωση είναι η δύναμη του κυβερνώντος πλέον κόμματος του ΠΑΣΟΚ. Αυτό που είπαμε και στην αρχή, ότι δηλαδή το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές του ’09 παίρνοντας ακριβώς τους ίδιους ψήφους με αυτούς που πήρε χάνοντας τις εκλογές του ’04. 

            Η σύμπτωση των αριθμών είναι πραγματικά τρομακτική. Έχουμε το ΠΑΣΟΚ το 2004 να παίρνει 3.002.531 ψήφους και να χάνει από τη Νέα Δημοκρατία με μια ποσοστιαία διαφορά που αγγίζει τις 5 μονάδες και έχουμε το ίδιο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, το 2009 να παίρνει 3.011.521. Δηλαδή μέσα σε 5,5 περίπου χρόνια κατάφερε να κερδίσει μόλις 8.990 ψήφους!!! κι όμως αυτό φάνηκε αρκετό να του χαρίσει μια νίκη και μάλιστα με μια διαφορά που ξεπέρασε τις 10 ποσοστιαίες μονάδες!!!


            Το δεύτερο κόμμα από τη μεριά του, χάνει έναν πραγματικά μεγάλο αριθμό ψήφων που από το τις εκλογές του ’04 μέχρι αυτές του ’09, ξεπερνάει το 1.000.000 ψηφοφόρους, από 3.359.058 στους 2.295.318. Και εδώ υπάρχει ένα δεύτερο «περίεργο» φαινόμενο, δηλαδή αφού το πρώτο κόμμα που πήρε τις εκλογές και τις περισσότερους ψήφους δεν κατάφερε να πάρει από αυτή την απώλεια ψήφων του δεύτερου, πού πήγαν αυτοί οι ψήφοι; Ας ρίξουμε μια ματιά, για να απαντήσουμε σε αυτό πάλι στους αριθμούς και θα καταλήξουμε σε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα.


Ένας προορισμός αυτών των ψήφων, ο πιο οφθαλμοφανής άλλωστε είναι προς το ΛΑΟΣ που η εκλογική του δύναμη από 162.103 ψήφους το 2004 έφτασε στους 386.063 ψήφους το 2009, μια διαφορά δηλαδή 225.000 ψήφους περίπου που στο μεγαλύτερο τουλάχιστον ποσοστό τους προήλθαν σύμφωνα και με όλες τις δημοσκοπικές και στατιστικές αναλύσεις από τη Νέα Δημοκρατία. Υπάρχει επίσης το κόμμα των Οικολόγων που το 2004 δεν είχε κατέβει αυτόνομα (και ορισμένες από τις συνιστώσες του που είχαν κατέβει είχαν πολύ μικρή δύναμη) διασκορπίζοντας τις δυνάμεις του στα 2 μεγάλα κυρίως κόμματα, αλλά πιο πολύ στο ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα των Οικολόγων πήρε στις εκλογές του 2009 175.000 ψήφους περίπου και μπορούμε εδώ να κάνουμε μια υπόθεση εργασίας δεχόμενοι ότι οι ενδιάμεσες μετακινήσεις που προφανώς υπήρξαν (δηλαδή από το ΠΑΣΟΚ και τα άλλα μικρότερα κόμματα προς τους Οικολόγους) εξουδετερώθηκαν από τους ψήφους που πήγαν από τη Νέα Δημοκρατία προς το ΠΑΣΟΚ και πιθανόν στα άλλα μικρότερα κόμματα και να προσθέσουμε και αυτούς τους ψήφους στις απώλειες της Νέας Δημοκρατίας, που βρήκαμε την κατεύθυνσή τους, φτάνοντας έτσι στους 400.000 ψήφους. Και τι έγιναν λοιπόν οι άλλες 600.000 περίπου ψήφοι που έφυγαν από τη Νέα Δημοκρατία;


            Για να τους βρούμε θα πρέπει να κοιτάξουμε στο τέλος των πινάκων που είδαμε πιο πάνω εκεί δηλαδή που λέει «Σύνολο ψήφων». Εκεί θα δούμε ότι το 2009 ψήφισαν συνολικά περίπου 550.000 ψηφοφόροι λιγότεροι απ’ ότι ψήφισαν το 2004. Κάνοντας βέβαια κι εδώ την απαραίτητη υπόθεση εργασίας, σύμφωνα όμως και με όλα τα δημοσκοπικά ευρήματα, μπορούμε να πούμε χωρίς να διακινδυνεύσουμε να είμαστε λάθος ότι αυτοί οι 550.000 ψήφοι ήταν στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους από τη Νέα Δημοκρατία. 

             Οι ψήφοι δηλαδή της Νέας Δημοκρατίας πήγαν στο μεγαλύτερο ποσοστό τους (γύρω στο 55%-60%), στην αποχή. Μια αποχή αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας και της απογοήτευσης των οπαδών της; Σίγουρα σε ένα βαθμό. Όμως μεγαλύτερο ρόλο έπαιξαν οι εσωκομματικές της έριδες, αφού τα αντί – καραμανλικά στοιχεία μέσα στους κόλπους της (έτσι όπως εκφράζονται σήμερα κυρίως κάτω από την Μπακογιάννη[2] και το λεγόμενο «μητσοτακέικο») βρήκαν την ευκαιρία με την καραμανλική τάση αποδυναμωμένη από τους ταξικούς της συμμάχους και αποκομμένη από τη λαϊκή βάση να τη στείλουν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, τουλάχιστον για την ώρα, για να καλύψουν έτσι εκείνοι με τη σειρά τους το κενό που δημιουργήθηκε στη συντηρητική παράταξη.



            Έτσι κάπως φτάσαμε στο θαυμαστό φαινόμενο των εκλογών του 2009, όπου το ΠΑΣΟΚ κατάφερε ένα θρίαμβο, χωρίς να χρειαστεί να κερδίσει με την πολιτική και τις θέσεις του σχεδόν κανέναν πέρα από τους οπαδούς του. Κι αυτό με τη σειρά του εξηγεί ή εξηγείται -όπως θέλει κανείς να το δει- και από μια δεύτερη σύμπτωση αυτών των εκλογών που ενυπάρχει σε όσα είδαμε, ακούσαμε και ζήσαμε στην προεκλογική περίοδο, όπου η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από δύο κυρίως ζητήματα.


Το ένα ήταν το θέμα της οικονομίας. Εκεί ανάμεσα στις εξαγγελίες και τα προγράμματα των 2 μεγάλων κομμάτων και αν αφαιρέσει κανείς τις διάφορες  φανταχτερές φανφάρες (γιατί τέτοιες καταντάνε στα χείλια των σημερινών σοσιαλδημοκρατών) περί κοινωνικής δικαιοσύνης, ανάπτυξης -πράσινης ή μη- κλπ. οι ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις εξαγγελίες των 2 κομμάτων περιορίστηκαν από τη μια σε γενικόλογες υποσχέσεις από το ΠΑΣΟΚ προς τους μικροαστούς για διευκόλυνσή τους για παραπάνω δάνεια από τις τράπεζες, δηλαδή την υπόσχεση ότι θα τους βοηθήσουν να χρεωθούν περισσότερο απ’ ότι είναι ήδη χρεωμένοι. Και από την άλλη σε μια αύξηση 1,5% στους μισθούς και τις συντάξεις! Από καθόλου αυξήσεις που εξήγγειλε η Νέα Δημοκρατία, στο 1,5% που υποσχέθηκε το ΠΑΣΟΚ. Αυτό το 1,5% κατάντησε αρκετό, σε μια χώρα με μισθούς που δε φτάνουν ούτε στο 70% - 75% αυτών των αναπτυγμένων κρατών στην Ευρώπη και αλλού, αλλά τιμές που τις προσεγγίζουν ή και τις ξεπερνούν σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης.


Ενώ το άλλο θέμα που κυριάρχησε προεκλογικά και έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ήταν ακριβώς το ίδιο που είχε φέρει το 2004 τη Νέα Δημοκρατία σε αυτήν, δηλαδή το ζήτημα της διαφάνειας και των οικονομικών σκανδάλων. Και τα 2 κόμματα δηλαδή πήραν με τη σειρά την εξουσία υποσχόμενα ακριβώς το ίδιο: διαφάνεια και σταμάτημα των σκανδάλων. Δε συμπίπτουν λοιπόν μόνο οι αριθμοί αυτών των εκλογικών αναμετρήσεων της εναλλαγής, συμπίπτουν και τα προβλήματα που υποτίθεται ότι πραγματεύονται και τέλος ακόμα και οι θέσεις απέναντι σε αυτά.


            Για όσους βιαστούν, τέλος, να μας κατηγορήσουν για μηδενισμό και κοντόφθαλμη πολιτική ανάλυση, έχουμε να πούμε μόνο δυο πράγματα. Το ένα είναι ότι είμαστε έτοιμοι για μια συνολική κουβέντα πάνω στα προγράμματα (ναι, εμείς κάναμε τον κόπο και τα διαβάσαμε), τις προεκλογικές ομιλίες (που κι αυτές θυσιάσαμε το χρόνο μας να τις ακούσουμε), τα περίφημα debate και πολλές  από τις εκατοντάδες στην κυριολεξία συνεντεύξεις και τα δεκάδες talk show που πραγματοποιήθηκαν αυτή την περίοδο, (όλες είναι ανθρωπίνως αδύνατο και μάλλον χωρίς καμιά χρησιμότητα να τις παρακολουθήσει κανείς) κυρίως αυτά που συμπεριλάμβαναν τα «πρωτοκλασάτα» όπως τα ονομάζουμε, άρα και τα πιο αντιπροσωπευτικά των κομμάτων τους, στελέχη ή και άρθρα τους σε εφημερίδες κλπ.. Δε στεκόμαστε εδώ σε μια πιο αναλυτική τεκμηρίωση με βάση τα παραπάνω απλά και μόνο γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός του παρόντος γραπτού.


Από την άλλη, είμαστε οι τελευταίοι που θα αρνηθούμε τις διαφορές των 2 κομμάτων της εξουσίας. Αντίθετα θα είχαμε πολλά να πούμε γι’ αυτές, για το πώς προκύπτουν, πώς εξηγούνται και πώς διαμορφώνονται. Όμως, όπως ήδη είπαμε, τούτο το κείμενο δε θέλει να κάνει μια ανάλυση της πολιτικής συγκυρίας ούτε του ρόλου της κάθε παράταξης στην Ελλάδα σήμερα. Ελπίζουμε ωστόσο ότι σύντομα θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για όλα αυτά. Εδώ θέλουμε να σταθούμε στο ζήτημα των εκλογών αυτών καθαυτών, το ρόλο τους στη σημερινή κοινωνία, την αξία και την αποτελεσματικότητά τους, τη θέση τους και τα χαρακτηριστικά τους.


            Η σειρά των «συμπτώσεων» άλλωστε δεν τελειώνει στα όσα είπαμε παραπάνω. Την ίδια «σύμπτωση» που διαπιστώσαμε στους αριθμούς ή στις προεκλογικές υποσχέσεις των 2 κομμάτων, τη διαπιστώσαμε και στη συμπεριφορά των καναλιών. Θα αφήσουμε έξω από την κουβέντα αυτή τα κρατικά κανάλια, απλά και μόνο γιατί αυτά δικαιολογείται ίσως, ή τουλάχιστον εξηγείται, να έχουν συγχρονισμένη τακτική και ίδια «γραμμή», αφού έχουν το ίδιο αφεντικό, το κράτος έτσι όπως αυτό εκφράζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση.  

          Όμως στην Ελλάδα μπορεί κανείς άνετα να μετρήσει τουλάχιστον 9 μεγάλα εθνικής εμβέλειας ιδιωτικά κανάλια, χώρια τα θεματικά (όπως μουσικά, αθλητικά ή τηλεαγορών) και πάμπολλα τοπικά. Θαυμαστός πράγματι αριθμός συγκριτικά με τον πληθυσμό της χώρας. Όμως εκείνο που είναι ακόμα πιο θαυμαστό είναι πώς όλα αυτά τα κανάλια, με τα τόσα διαφορετικά αφεντικά κατάφεραν να συντονιστούν στη θεματολογία, την αξιολόγηση και την παρουσίαση των ειδήσεων. 

              Επί έναν τουλάχιστον χρόνο όλα τα με οποιοδήποτε τρόπο «ενημερωτικά» προγράμματα ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με δύο βασικά θέματα: τη σκανδαλολογία και τη σκληρή κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Από τις πρωινές εκπομπές, ανάμεσα στις ειδήσεις για τον τάδε τραγουδιστή που υιοθέτησε ένα μωρό από την Αφρική και τον τάδε ψαρά που έβγαλε έναν τεράστιο καρχαρία στα δίχτυα του, πρωτοστατούσαν πάντα  τα δύο αυτά θέματα. Μέχρι και στα βραδινά talk show ή και στις σατιρικές εκπομπές.


Ενώ τα κεντρικά δελτία ειδήσεων μετατράπηκαν σε μονοθεματικά talk show και αυτά, αφού έπιαναν ένα από τα δύο αυτά θέματα και ασχολούνταν με αυτό περίπου ένα τέταρτο με 20 λεπτά για να το συζητήσουν μεταξύ τους οι αξιοσέβαστοι «αντικειμενικοί» δημοσιογράφοι και αναλυτές, μετά άλλο τόσο περίπου για να το συζητήσουν οι ίδιοι αυτοί δημοσιογράφοι με κάποιους καλεσμένους εκπροσώπους πολιτικών κομμάτων (κατά προτίμηση στο 80% - 90% των περιπτώσεων από τα 2 μεγάλα κόμματα), αν προσθέσουμε σε αυτά και το χρόνο για τις διαφημίσεις στη 1 ολόκληρη ώρα που έχουν στη διάθεσή τους χάριζαν 40 - 45 λεπτά σε ένα μόνο τέτοιο θέμα και στο υπόλοιπο τέταρτο «στρίμωχναν» όλα τα υπόλοιπα νέα από την Ελλάδα, τις διεθνείς ειδήσεις, τα αθλητικά, ακόμα και τον καιρό. 

Παντού και από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ ακούγαμε την ίδια σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για τα σκάνδαλα και την οικονομική πολιτική, αλλά και την ίδια αποδοχή των προτάσεων και των θέσεων του έτερου των μονομάχων (όπως επικράτησε να ονομάζονται) του ΠΑΣΟΚ. Να πούμε τέλος ότι το ίδιο σκηνικό (με αντίστροφους βέβαια ρόλους σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση και άρα και στην κριτική και αποδοχή) είχαμε δει και πριν τις εκλογές του 2004 και μάλιστα με παρόμοια θεματολογία.


            Θα αντιπαραθέσει κανείς εδώ και συχνά το κάνουν τα κανάλια όταν τίθενται -γιατί τίθενται- τέτοια ερωτήματα στον ένα ή στον άλλο βαθμό, ότι την επικαιρότητα δεν τη διαμορφώνουν εκείνα. Απλά έχοντας αισθητήρια προς την κοινωνία, ακολουθούν και διαπραγματεύονται την επικαιρότητα σύμφωνα με το πώς και πόσο η κοινωνία τη διαπραγματεύεται. 

              Ίσως λοιπόν, να είναι αλήθεια ότι στην εποχή μας είναι τόσο αναπτυγμένα και ταυτόσημα τα αισθητήρια, τα ένστικτα και τα κριτήρια του κόσμου, που μεμιάς και σε σύντομο χρονικό διάστημα και ανεξαρτήτου ηλικίας ή κοινωνικής τάξης, πιστεύω και όποιων άλλων χαρακτηριστικών, ταυτόχρονα όλοι μαζί, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, όπως και τα κανάλια, αναδεικνύουν μοναδικά θέματα και απαντούν με παρόμοιο τρόπο σε αυτά. 

              Είναι άραγε αλήθεια αυτό; Όχι, δε νομίζουμε ότι μια κοινωνία γεμάτη αντιθέσεις όπως η καπιταλιστική θα μπορούσε ή θα είχε τον προσανατολισμό ή τα μέσα για να πετύχει κάτι τέτοιο (σε όποιο βαθμό αυτό είναι επιτυχία). Αντίθετα φαίνεται ότι δεν είναι η συλλογική συνείδηση που φτασμένη σε ένα τέτοιο σημείο ομοιομορφίας αντικατοπτρίζεται στα μμε, αλλά η συλλογική προσπάθεια των μμε (και μάλιστα σαν πρωταγωνιστές ενός συνολικού μηχανισμού) που προσπαθεί να ομαδοποιήσει συνειδήσεις και να τις στρέψει σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.


            Το ότι τα παραπάνω επιχειρήματα των καναλιών δεν είναι αλήθεια φαίνεται από πολλά, εμείς θα σταθούμε σε 2 χαρακτηριστικά σημεία για να το καταδείξουμε. Πρώτον, οι αριθμοί των εκλογών και η τρομερή τους σύμπτωση αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: Αντί για τεράστια μετακίνηση μαζών και αποδοχή  συγκεκριμένων πολιτικών απόψεων από συντριπτικά μεγάλο ποσοστό του ελληνικού λαού, που θα δικαιολογούσε μια τέτοια συντονισμένη και πανομοιότυπη συμπεριφορά των καναλιών σαν αποτέλεσμα της ίδιας συμπεριφοράς στην κοινωνία, υπήρξε μάλλον μια, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, απλή συσπείρωση οπαδών.


Και δεύτερον ας δούμε τα γεγονότα. Τα σκάνδαλα δεν ξεκίνησαν ούτε από τυχαία γεγονότα, ούτε από κάπου αλλού, αλλά από τον ίδιο το χώρο των μμε. Και στα 2 τουλάχιστον μεγαλύτερα σκάνδαλα που απασχόλησαν την ελληνική κοινωνία, αυτό του Βατοπαιδίου και το άλλο της SIEMENS, οι αποκαλύψεις ξεκίνησαν από δημοσιογραφικές πληροφορίες, ντόπιες ή ξένες, και μάλιστα για υποθέσεις που αποδείχτηκε ξεκάθαρα ότι δε δημιουργήθηκαν τον τελευταίο χρόνο, αλλά από πολύ παλιότερα και σε γνώση πολλών δημοσιογράφων και επαγγελματιών του χώρου χωρίς να βρουν ποτέ θέση ούτε σε μονόστηλα εφημερίδων ούτε σε τρίλεπτα έστω τηλεοπτικού χρόνου, μέχρι που αποφασίστηκε να γίνουν πρώτες ειδήσεις. 

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την οικονομική πολιτική, ότι δηλαδή δεν ήταν καινούρια ούτε στην κατεύθυνση ούτε στα αποτελέσματά της. Τέλος να παρατηρήσουμε απλά ότι αν αλλάζαμε τα ονόματα των υποθέσεων, τις ημερομηνίες και αναποδογυρίζαμε τα κόμματα αναφοράς, θα μπορούσαμε να είχαμε συμπεράνει τα ίδια πάνω – κάτω και για το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο του 2004.


            Και αυτό τώρα γίνεται πολύ πιο ξεκάθαρο και εκφράζεται όπως εκφράζεται και στους αριθμούς, σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, που παρόμοιες συμπεριφορές φαίνονταν να έχουν μια καλύτερη σχέση με την αποτύπωση της πραγματικότητας και στις εκλογικές συμπεριφορές, γιατί πλέον στην Ελλάδα έχουν διαμορφωθεί καταστάσεις που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Αν δηλαδή το ’81 το ΠΑΣΟΚ φάνηκε να φέρνει κάτι καινούριο οικειοποιούμενο αριστερή φρασεολογία, κάτι το πρωτόγνωρο τότε για μια Ελλάδα που ακόμα ζούσε κάτω από τη σκληρότητα ενός μετεμφυλιακού κράτους, αξιοποιώντας έτσι, αλλά και αντικατοπτρίζοντας κοινωνικά χαρακτηριστικά μιας στροφής σε μια καινούρια εποχή. 

               Αν το ’89 τα σκάνδαλα ήταν κάτι επίσης πρωτόγνωρο, αφού μέχρι τότε όλα τα κυβερνητικά παραστρατήματα κρύβονταν επιμελώς για τους ίδιους μετεμφυλιακούς λόγους, με μια μικρή ίσως διαφοροποίηση στη δεκαετία του ’60, που διακόπηκε όμως βίαια από την 7χρονη χούντα των συνταγματαρχών, κάτι που έδωσε στη συντηρητική παράταξη ένα κοινωνικό καταρχήν προβάδισμα «καθαρότητας». 

              Αν τέλος τη δεκαετία του ’90 και κάτω από τις σημαντικές αλλαγές στην πρώην Σοβιετική Ένωση και τις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κυριάρχησαν απόλυτα τα περί ιδιωτικής οικονομίας, ιδιωτικοποιήσεων και ελεύθερης αγοράς δίνοντας στη συντηρητική παράταξη και ένα καθαρά πολιτικό προβάδισμα. 

               Αν όλα αυτά έδωσαν κατά καιρούς στο ένα ή στο άλλο κόμμα την ευκαιρία να διαμορφώσει πραγματικές μετακινήσεις σοβαρού ποσοστού του κόσμου και συνολικά της συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος, τώρα, το 2009, όλα αυτά έχουν ξαναπαιχτεί, έχουν ξανά υπάρξει και κάτι το παλιό δεν μπορεί να διαμορφώσει κάτι το καινούριο. Αυτό αποτυπώθηκε και στα εκλογικά αποτελέσματα. 


ΙΙ. Τα ελληνικά μμε και η μικρή – πικρή ιστορία τους



            Πριν συνεχίσουμε θέλουμε εδώ να κάνουμε μια κάπως εκτενή παρένθεση για να διαπραγματευτούμε λίγο το θέμα των μμε και κυρίως των ιδιωτικών, καθώς πιστεύουμε ότι πολλά έχουν επενδυθεί σε αυτή τη βιομηχανία και το ρόλο της και αξίζει να την εξετάσουμε λίγο εκτενέστερα. Η Ελλάδα στα χρόνια από τη μεταπολίτευση και μετά κατάφερε να «εκσυγχρονιστεί» και στον τομέα της ενημέρωσης. 

                Τα έντυπα μέσα, αποτελούσαν μέχρι και τη διχτατορία το μοναδικό μέσο ενημέρωσης (εκτός από το ραδιόφωνο που όμως κυρίως περιορίζονταν στον ψυχαγωγικό τομέα) και έπαιζαν βέβαια πάντα πολύ σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, έτσι που οι παλιοί συνήθιζαν να λένε ότι «το «συγκρότημα»[3] ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις, δες ποιον προωθεί ή ποιον ανέχεται για να δεις ποιος θα πάρει την κυβέρνηση». Μέσα στη διχτατορία ήρθε και η τηλεόραση. Μα ο ηλεκτρονικός τύπος, τόσο το ράδιο όσο και η τηλεόραση, ανήκαν αποκλειστικά στον κρατικό τομέα.


Αυτό έμελλε να αλλάξει τη δεκαετία του ’80. Με πρωτοβουλία της συντηρητικής παράταξης σε πολιτικό επίπεδο και μάλιστα των ηγετικών της στελεχών[4], ξεκίνησε μια ολόκληρη εκστρατεία και μια τεράστια συζήτηση στην ελληνική κοινωνία για την ανάγκη ύπαρξης ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών καναλιών. Δεν άργησε να ακολουθήσει και η ιδιωτική πρωτοβουλία. «Φωτισμένοι» παράγοντες της κοινωνίας, μέλη όλοι της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας, μερικά από τα πιο προεβλημένα και γνωστά ονόματά της, μπήκαν μπροστά συγκεντρώνοντας και διαθέτοντας τεράστια κονδύλια για την ίδρυση ιδιωτικών καναλιών, τα πρώτα στο ράδιο και αμέσως μετά και στην τηλεόραση.


            Ω! πόσο μελάνι χύθηκε τότε γύρω από αυτό το ζήτημα. Εναρμονισμένοι οι κονδυλοφόροι της εποχής, από δημοσιογράφους και αναλυτές, μέχρι καθηγητές πανεπιστημίου και πολιτικούς, από παράγοντες της οικονομικής ζωής μέχρι και φτασμένους σταρ του καλλιτεχνικού χώρου, όλοι είχαν να πουν για το θέμα. Και όλοι χαιρέτησαν με περισσό ενθουσιασμό αυτή την τεράστια πρωτοβουλία που θα έφερνε επιτέλους και τη δική μας την κακόμοιρη αστική δημοκρατία ισάξια δίπλα στις άλλες μεγάλες αστικές δημοκρατίες της εποχής μας. 

           Ένας αέρας από την Αμερική, την Αγγλία, ή τη Γαλλία κλπ. θα φυσούσε επιτέλους και στην Ελλάδα, φέρνοντας -όπως μας διαβεβαίωναν- αντικειμενικότητα στην πληροφόρηση, πολυφωνία, πλουραλισμό και ελευθερία ενημέρωσης σε αντίθεση με τα κρατικά κανάλια, που εξαρτημένα από την εκάστοτε κυβέρνηση, δεν μπορούσαν να μας προσφέρουν αυτές τις χαρές. 

          Ακόμα και οι φοιτητές στα τμήματα κοινωνικών επιστημών των πανεπιστημίων υποχρεώθηκαν να γράψουν εργασίες για το θέμα, έχοντας βέβαια με την καθοδήγηση των καθηγητών τους την υποχρέωση να αποδείξουν πόσο καλή ήταν η ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση, που μάλιστα τότε επικράτησε να λέγεται «ελεύθερη», ταυτίζοντας ντε φάκτο το ελεύθερο με την ιδιωτική πρωτοβουλία.


            Έτσι ξεκίνησαν τα πρώτα ιδιωτικά κανάλια που μάλιστα τόσο «ελεύθερα» ήταν που τη λειτουργία τους την ξεκίνησαν παράνομα, αφού οι ιδιώτες κατέλαβαν τις συχνότητες που τους βόλευαν ή αυτές που πρόλαβαν χωρίς να κάνουν καν τον κόπο να τις οριοθετήσουν μέσα από οποιαδήποτε αρχή, κρατική ή έστω και δική τους συλλογική, κάτι που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, μετά από περισσότερα από 20 χρόνια και που δίνει ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στην ασυδοσία με την οποία οι αστοί αντιμετωπίζουν ό,τι είναι δημόσιο, μαθημένοι να ιδιοποιούνται και να εκμεταλλεύονται, να λεηλατούν κυριολεκτικά κάθε συλλογική ιδιοκτησία.


            Μα πριν στεγνώσει καλά – καλά το μελάνι που τόσο πλουσιοπάροχα χύθηκε για να στηρίξει την ελευθερία, την πολυφωνία και την αντικειμενικότητα των ιδιωτικών καναλιών τα προσωπεία άρχισαν να πέφτουν και το πραγματικό πρόσωπο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της δημοκρατίας της φάνηκε ολοκάθαρα. 

             Η απεξάρτηση από τις κυβερνήσεις μετατράπηκε σε πακτωλό κρατικής χρηματοδότησης στα ιδιωτικά κανάλια και μάλιστα μέσα από δρόμους που ούτε να ελεγχθούν μπορούν, ούτε όμως και φαίνονται στην κοινωνία όπως το κονδύλι για την ΕΡΤ στο λογαριασμό της ΔΕΗ. 

             Η αυστηρή αντικειμενικότητα της δημοσιογραφίας έδωσε τη θέση της σε δημοσιογράφους με καθαρή και δηλωμένη κομματική ταυτότητα που κάλυπταν τηλεοπτικό χρόνο για να μας πείσουν για τα καλά του κόμματός τους (το μόνο που δε μας έλεγαν ήταν πώς το κόμμα τους τούς προώθησε στις θέσεις από τις οποίες μας μίλαγαν χαρίζοντάς τους χρήμα, καριέρα και κοινωνική καταξίωση). Η πολυφωνία, έγινε καμιά δεκαριά συγκεκριμένα πρόσωπα που, τα ίδια τα τελευταία 20 χρόνια, ανακυκλώνονται από κανάλι σε κανάλι αναμασώντας τις ίδιες απόψεις και οπτικές για τα ζητήματα.



            Θα μπορούσε βέβαια κανείς να ισχυριστεί ότι το ίδιο συνέβαινε και με τα έντυπα μέσα, πριν την εμφάνιση και εξάπλωση των ηλεκτρονικών. Και αυτό είναι αλήθεια, άλλωστε λίγες γραμμές πιο πάνω αναφερθήκαμε κι εμείς στην έκφραση των παλιότερων για το «συγκρότημα», που βεβαίως είχε να κάνει με την  τότε έντυπη δημοσιογραφία. 

            Η προσπάθεια της αστικής τάξης για όσο το δυνατό πιο πλήρη χειραγώγηση του κόσμου, για όσο το δυνατό μεγαλύτερη εξάπλωση μίας και μοναδικής άποψης, μίας και μοναδικής λύσης και διεξόδου, αυτής που κάθε φορά έχει να προσφέρει η αστική τάξη, χρονολογείται πολλά χρόνια και πριν ακόμα την ανακάλυψη της τηλεόρασης. Ούτε ισχυριζόμαστε ότι η ελευθερία έκφρασης είναι ή ήταν ποτέ μεγαλύτερη στα έντυπα μέσα.


Αντίθετα σε αυτά ήταν και είναι πολύ δύσκολο να περάσει οποιαδήποτε άλλη άποψη από αυτή του εκδότη και ιδιοκτήτη (πρόσφατο είναι το παράδειγμα απόλυσης συντάκτη από την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, όταν εκείνος καταπιάστηκε σε ρεπορτάζ του με την αλυσίδα καταστημάτων GOODIES και την κατώτερη ποιότητα των φαγητών που αυτά προσφέρουν και δε δέχτηκε περικοπές στο άρθρο του, που όμως χτύπαγε μια αλυσίδα καταστημάτων που μεγαλομέτοχός της ήταν ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας στην οποία εργάζονταν[5]).


Έχουν γραφεί για το θέμα τόνοι άρθρων και μελετών και δε θα επιμείνουμε σε αυτό. Μετά τον πόλεμο δε, έγινε στην κυριολεξία επιστήμη αυτή η προσπάθεια, με την ίδρυση ακόμα και ειδικών σχολών, σε πανεπιστημιακό επίπεδο, για να χρησιμοποιηθούν μερικά από τα λαμπρότερα μυαλά της νέας γενιάς στο να προωθούν σε πλατιές μάζες από το πιο απλό εμπορικό προϊόν μέχρι ακόμα και πολιτικές επιλογές και ολόκληρες ιδεολογίες.


            Μα με την άφιξη των ηλεκτρονικών μέσων και κυρίως της τηλεόρασης είναι γενικά παραδεκτό ότι όλα αυτά τα φαινόμενα τόσο πολύ αναπτύχθηκαν σε ένταση και έκταση που μπορούμε να πούμε ότι αυτή η προσπάθεια πέρασε σε μια καινούρια κατάσταση, σε ένα ανώτερο επίπεδο, που πλέον απέκτησε και καινούρια χαρακτηριστικά, ακόμα και τον τίτλο (υπερβολικό είναι αλήθεια κατά τη γνώμη μας αλλά δεικτικό για το τι συνέβη) της «τέταρτης εξουσίας». Και υπάρχουν πράγματι αυτά τα νέα στοιχεία, αυτές οι διαφορές των ηλεκτρονικών με τα έντυπα μμε που διαμορφώνουν μια τέτοια κατάσταση. Θα αναπτύξουμε εδώ μόνο μερικά, κατά τη γνώμη μας τα πιο ουσιαστικά.


Το ένα είναι ότι η τηλεόραση είναι πολύ πιο ακριβή, παρασάγγες πιο ακριβή θα λέγαμε, στη δημιουργία και τη λειτουργία της απ’ ότι μια εφημερίδα. Μια εφημερίδα σήμερα μπορεί στην κυριολεξία ο καθένας να την ανοίξει και να τη λειτουργήσει για ένα χρονικό διάστημα ικανό να δημιουργήσει, αν μπορέσει, ένα αναγνωστικό κοινό. Αντίθετα ένα κανάλι είναι από αδύνατο έως απίθανο να γίνει χωρίς τη βοήθεια ενός ή και πολλών ιδιαίτερα πλούσιων ιδιοκτητών ή έστω χορηγών ή έστω μια κρατική χορηγία, δηλαδή σε γενικές γραμμές την πλήρη εξάρτηση και πάλι από την αστική τάξη και τους θεσμούς της.


            Ένα δεύτερο, νομίζουμε ιδιαίτερα σημαντικό, είναι η επιλογή και όσα αυτή συνεπάγεται τόσο γι’ αυτόν που επιλέγει όσο και γι’ αυτόν που επιλέγεται. Τα έντυπα μέσα ενημέρωσης δηλαδή εφημερίδες ή περιοδικά κάποιος πληρώνει για να τα αποκτήσει. Αυτό σημαίνει, για τον περισσότερο τουλάχιστον κόσμο, μια περιορισμένη δυνατότητα επιλογής 1 – 2 εντύπων εβδομαδιαία και άρα την ανάγκη να ψάξει περισσότερο ποια θα είναι αυτά, αλλά και να «δεσμευτεί» περισσότερο με αυτά, αφού τα πληρώνει, θυσιάζει δηλαδή κάτι για να τα αποκτήσει.


Έτσι μια εφημερίδα που θα κατάφερνε να διεισδύσει σε έναν κύκλο ανθρώπων, θα μπορούσε να δημιουργήσει και υποστηρικτές που θα διέδιδαν και παραπέρα τις απόψεις της.  Αυτή όμως η ίδια η υποστήριξη, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, αλλά και αυτή η ιδιαίτερη επιλογή του καθενός, δημιουργούσε και τις προϋποθέσεις για παραπέρα συζητήσεις ανάμεσα στον κόσμο. Δηλαδή την ανταλλαγή απόψεων, των απόψεων που ο καθένας διάβαζε στην εφημερίδα που επέλεγε, ακόμα και αντιπαραθέσεων ίσως, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο περισσότερο περιθώριο για ανάπτυξη, διείσδυση και διάδοση και άλλων απόψεων στον κόσμο, πέρα από τις επιβεβλημένες από τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.


Αυτό δε σημαίνει ότι τότε δεν υπήρχαν τρόποι αναχαίτισης αυτής της κατάστασης και κυρίως αυτοί είχαν να κάνουν με κατασταλτικούς μηχανισμούς (δεν είναι τυχαίο ότι τις 10ετίες ’50 – ’60 όποιος διάβαζε ή κρατούσε ΑΥΓΗ[6] σε δημόσιο χώρο κινδύνευε τουλάχιστον να ελεγχθεί από τα αστυνομικά όργανα και γενικά να «χαρακτηριστεί»).


          Με τα ηλεκτρονικά μέσα ωστόσο τα πράγματα αλλάζουν άρδην. Η επιλογή πλέον χάνεται, αφού όλα τα κανάλια μπαίνουν απρόσκλητα σε όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για οποιαδήποτε επιλογή. Είναι εκεί τσάμπα και όλη την ημέρα, παίρνοντας το καθένα το μερίδιό του στην ενημέρωσή μας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: στο ένα θα δεις ειδήσεις, στο άλλο ένα ενημερωτικό μαγκαζίνο, στο τρίτο μια σατυρική εκπομπή με κοινωνικοπολιτικές αιχμές κλπ.


Έτσι χάνεται όμως και η αίσθηση της δέσμευσης και η ανάγκη της συζήτησης που βάση της έχει ακριβώς την ανταλλαγή απόψεων. Όλοι έχουν δει και έχουν ακούσει τα ίδια πάνω – κάτω από όλα τα κανάλια, δεν υπάρχει λόγος να τα συζητήσουν και πάλι. 


Με αυτόν όμως τον τρόπο και μάλιστα χωρίς την χροιά αστυνόμευσης, που ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα αποτελεσματική, αλλά και σε όποιο βαθμό είναι, δημιουργεί χάσματα ανάμεσα στην εξουσία και στον κόσμο, οι απόψεις που δεν περνάνε από τα μέσα ενημέρωσης, δεν μπορούν ή δυσκολεύονται πολύ περισσότερο να περάσουν και γενικότερα στην κοινωνία. Αν αυτό το συνδυάσουμε με τα φαινόμενα που περιγράψαμε πριν για το συντονισμένο ρόλο των μμε και τον τρόπο λειτουργίας τους, έχουμε έτοιμο έναν ακαταμάχητο σχεδόν μηχανισμό επιβολής της μοναδικής κυρίαρχης άποψης.


            Τέλος βέβαια είναι και το θέμα του χρόνου. Μια εφημερίδα θα σε απασχολήσει γύρω στη μια ώρα την ημέρα στην καλύτερη περίπτωση, άντε οι κυριακάτικες κάτι παραπάνω. Όμως η τηλεόραση είναι εκεί 24 ώρες το 24ωρο. Έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό, να μας απασχολεί όλες τις ώρες, με εξαίρεση αυτές που κοιμόμαστε και το εργασιακό μας 8ωρο. Έχει ήδη μπει σε όλα τα μέρη ακόμα και της καθημερινής εξόδου, όσων μπορούν να την έχουν, καφενεία, καφετέριες κλπ. ενώ τελευταία μπαίνει πλέον όλο και πιο πολύ και στα μικρομάγαζα της γειτονιάς για θέαση τόσο των εργαζόμενων εκεί, όσο και των εξυπηρετούμενων πελατών τους. 

            Γίνεται μάλιστα προσπάθεια να προσαρμοστούν τα προγράμματά της και κυρίως οι εκπομπές της πρωινής ζώνης, έτσι ώστε να προσελκύουν πλέον τέτοιου είδους κοινό. Όντας εκτός από ενημερωτικό μέσο και μέσο διασκέδασης, αλλά και επιμόρφωσης εκατομμυρίων ανθρώπων καθημερινά, αλλά και τα σαββατοκύριακα, συνοδεύει συχνά ακόμα και τις γιορτές μας, άρα είναι στο μυαλό μας κάθε μέρα, κάθε ώρα της ημέρας. Καμία σύγκριση με τη φτωχή εφημερίδα.


            Τέλος, για να κλείσουμε εδώ αυτό το κεφάλαιο, θα πει κάποιος, ή μάλλον λένε πολλοί σήμερα, «όμως υπάρχει και το διαδίκτυο», ένα καινούριο μέσο, που δε φαίνεται να ελέγχεται ή να μπορεί να ελεγχθεί και που δίνει μεγάλη ελευθερία να περάσουν όλων των ειδών οι απόψεις και να κυκλοφορήσουν σε πλατιά στρώματα. Δε θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε απόλυτα σε αυτό, κι εμείς άλλωστε σε αυτό το μέσο καταφύγαμε για να παρουσιάσουμε με το κείμενο αυτό τις απόψεις μας.


 Με το διαδίκτυο δε θα ασχοληθούμε εδώ ιδιαίτερα, όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι αξίζει και πρέπει να εξεταστεί εκτεταμένα και από μόνο του, κάτι που ξεφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας εργασίας (είναι όμως στις άμεσες προθέσεις και φιλοδοξίες μας). Θα πούμε μόνο τούτο, ας αναλογιστούμε ότι από τις χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ιστοσελίδες που κυκλοφορούν, μετρημένες στα δάχτυλα των χεριών ξεχωρίζουν μερικές με τεράστιες διαφορές στην επισκεψιμότητά τους από τις υπόλοιπες και αυτές τις διαχειρίζονται μεγάλα μονοπωλιακά τραστ και όχι μόνο[7].


Και από την άλλη ότι το διαδίκτυο, κατά τη γνώμη μας τουλάχιστον, αποτελεί περισσότερο αντανάκλαση της κοινωνίας παρά έναν απλό μηχανισμό χειραγώγησής της. Είναι δηλαδή μια φωτογραφία της κοινωνίας, μια κοινωνία μέσα στην κοινωνία τελικά και εκείνο που θα πρέπει να δει κανείς είναι τους μηχανισμούς χειραγώγησης που αναπτύσσονται για το ίδιο το διαδίκτυο μέσα σε αυτό και που δεν είναι ούτε λίγοι, ούτε ασήμαντοι.


ΙΙΙ. Η «δημοκρατία» τους στην πράξη και η πράξη στην πραγματική δημοκρατία



            Με αυτή τη μικρή αναφορά στο διαδίκτυο θα κλείσουμε αυτή την παρένθεση για τα μμε, κρατώντας μόνο μια ύστατη μα όχι ύστερη «σύμπτωση» που διαπιστώθηκε και σε αυτές τις εκλογές, αλλά όχι για πρώτη φορά. Ότι δηλαδή τόσο τα μμε όσο και οι άλλοι παράγοντες της δημόσιας ζωής (κυρίως οι οικονομικοί) ήξεραν το αποτέλεσμα των εκλογών πολύ πριν αυτές πραγματοποιηθούν, πολύ πριν αυτές προκηρυχθούν ίσως. Και το προανήγγειλαν μάλιστα σε κάθε τόνο και με κάθε ευκαιρία, όπως στο παράδειγμα του προαναγγελθέντος εγκλήματος που χρησιμοποιήσαμε στην αρχή, σαν κάτι πολύ παραπάνω από απλοί μάντες ενός προγνωστικού που επαληθεύτηκε, σαν εμπνευστές και εκτελεστές ενός σχεδίου που υλοποιήθηκε. Η δική μας παρουσία στις κάλπες ή και η απουσία απο αυτές, περισσότερο διάνθισε αυτό το σχέδιο, κάνοντάς το πιο αληθοφανές, χαρίζοντάς μας ταυτόχρονα μια εκτόνωση και προσωρινή ανανέωση των ελπίδων μας.


            Μια τέτοια λοιπόν, δημοκρατία επαγγέλλονται και τέτοια την επιβάλλουν οι από πάνω, οι κρατούντες την εξουσία, η αστική τάξη και οι συμμάχοι της με τους εκπροσώπους τους, με το κράτος και με τους διάφορους θεσμούς τους. Μια τέτοια δημοκρατία με τα προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα και την ακόμα πιο προδιαγεγραμμένη πορεία που αυτά κάθε φορά φέρνουν; Σε μια τέτοια δημοκρατία, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι δε χωράμε εμείς οι από κάτω.


Όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί δε χωράνε σε αυτήν τα προβλήματά μας, που δεν μπορούν να βρουν λύσεις και τα προβλήματά μας προφανώς δεν περιορίζονται σε ζητήματα όπως 2 – 3 σκάνδαλα, ή για να το πούμε με άλλα λόγια στο ποιος αστός έριξε ποιον στη μοιρασιά. Θα πει κανείς ότι ο καυγάς πάνω στα δικά μας λεφτά γίνεται και αυτό είναι αλήθεια. Όμως ούτως ή άλλως τα δικά μας λεφτά μοιράζονται οι αστοί με τους δικούς τους ανθρώπους, δε μας χρειάζεται να τους βλέπουμε κι από πάνω να τσακώνονται με περισσό θράσσος μπροστά στα μάτια μας για το ποιος κλέβει με περισσότερους κανόνες και μεγαλύτερη διαφάνεια. Ασχολούνται βέβαια και με άλλα ζητήματα, οπως της παιδείας ή της υγείας αφιερώνοντάς τους ομως ελάχιστες μόνο παραγράφους στις ομιλίες και τις συζητήσεις τους, γεμάτες γενικόλογες υποσχέσεις που είναι συχνά από τις πρώτες που αναιρούνται.


Ενώ τέλος για την οικονομική κατάσταση οι λύσεις τους δεν ξεπερνούν ούτε και σε υποσχέσεις πια ψίχουλα που δεν μπορούν σε τίποτα να ανταποκριθούν στις ανάγκες μας (το παράδειγμα του 1,5% για τις αυξήσεις που αναφέραμε προηγουμένως είναι χαρακτηριστικό). Και από την άλλη κάνουν λόγο για ανάπτυξη, σε διάφορους χρωματισμούς. 

Αν όμως ακούσουμε καλύτερα τι λένε για την ανάπτυξη θα δούμε δίπλα της και κάποιους όρους όπως: κινητικότητα της εργασίας δηλαδή με άλλα λόγια μετανάστευση από τη μια και ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας από την άλλη που και τα δύο σημαίνουν εργατική δύναμη ακόμα πιο φθηνή και ακόμα πιο αδύνατη απέναντι στο κεφάλαιο και βέβαια αύξηση της κερδοφορίας, δηλαδή ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, αφού μόνο μέσω αυτής παράγεται το κέρδος.


Δε χωρούν σ’ αυτή τη δημοκρατία τους ούτε οι προβληματισμοί μας, που δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο αν θα διαλέξουμε το κουτί ή την κουρτίνα, δηλαδή αν θα διαλέξουμε ανάμεσα σε άγνωστες στο περιεχόμενό τους πολιτικές, που στην καλύτερη περίπτωση κρύβουν και κανένα ανούσιο «δωράκι» για μας (όπως τα «κοινωνικά» επιδόματα φτώχειας της τάξης των 300 ευρώ που φιλάνθρωπα προσφέρουν σε όσους είναι στα όρια πια της εξαθλίωσης).


Δε χωρούν οι ικανότητές μας που στριμώχνονται στα STAGE και στις ουρές της ανεργίας ή των πολιτικών γραφείων για να κουρελιαστούν στο όνομα μιας δουλειάς που στην καλύτερη περίπτωση θα μας πάρει επιστήμονες, ειδικευμένους τεχνίτες και έμπειρους εργατοϋπάλληλους για να μας κάνει ρουτινιασμένους και φοβισμένους δουλευτές που επαναλαμβάνουμε τα καθημερινά μας δρομολόγια χωρίς δικαίωμα κρίσης και λόγου για τα ζητήματα της ζωής μας. Δε χωρούν με άλλα λόγια οι ελπίδες και οι προσδοκίες μας που δε βρίσκουν τρόπο να πραγματωθούν.



            Δε μας χωράει μια τέτοια δημοκρατία και τα πρόσκαιρα πυροτεχνήματα σαν αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στις περσινές αμερικάνικες εκλογές από τον κ. Ομπάμα και το επιτελείο του δεν μπορούν να κάνουν τη διαφορά, όπως αποδείχτηκε άλλωστε και στην πράξη. Σήμερα, ένα χρόνο μετά απ’ όλα αυτά τα συμμετοχικά μπουρδεολογήματα, που και στη χώρα μας θριαμβευτικά χαιρέτησαν κάμποσοι, έμειναν μόνο κάποιοι αριθμοί. 

               Γιατί σε αριθμούς μετατράπηκαν για άλλη μια φορά όλοι αυτοί οι από κάτω που θέλησαν να βρουν μια ελπίδα είτε στο συμβολισμό του χρώματος στο δέρμα του κ. Ομπάμα είτε σε αυτά που εξήγγειλε στα προεκλογικά του διαγγέλματα. Αριθμοί που λέχθηκαν με τυμπανοκρουσίες, όπως για τόσους χιλιάδες που μπήκαν στην ιστοσελίδα του κ. Ομπάμα ή συμμετείχαν στην προεκλογική του καμπάνια ή για τόσα εκατομμύρια που πήγαν να τον χαιρετήσουν όταν εκλέχτηκε.


Αλλά και άλλοι αριθμοί που αποφεύγουν επιμελώς να τους πουν. Αριθμοί για τους χιλιάδες ανείπωτους νεκρούς στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ (όχι μόνο τους επίσημους του αμερικανικού στρατού, αλλά και τους ανεπίσημους των «νοικιασμένων» στρατιωτών, των μισθωμένων εργατών σε ρόλο μισθοφόρου που κουβάλησαν εκεί ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας για να σκοτωθούν στο βωμό του κέρδους τους, αλλά και όσους ντόπιους απλούς πολίτες χάθηκαν όχι μόνο από τους βομβαρδισμούς και τις μάχες αλλά και με τρομοκρατικές επιθέσεις και τον οποιοδήποτε τρόπο και που μάλλον ποτέ δε θα μετρηθούν). 

Αριθμοί για τους εκατοντάδες Παλαιστίνιους που χάνονται κάθε χρόνο αποτέλεσμα της αμερικάνικης πολιτικής στην περιοχή που θέλει, λέει,  αλλά δεν μπορεί να αλλάξει. Και τέλος, αριθμοί για τους εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους και τους άλλους τόσους που ζούν με σισίτιο στις ΗΠΑ, ενώ η κυβέρνηση χαρίζει και άλλα πακέτα δισεκατομμυρίων στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.


Το ζήτημα λοιπόν, δεν είναι να βρούμε τον τρόπο να χωρέσουμε εμείς στην κατάσταση που μας επιβάλλουν, με άλλα λόγια το ζήτημα δεν είναι πόσο θα απαντήσουμε στα ζητήματα που επιβάλλει η αστική τάξη σε όλη την υπόλοιπη κοινωνία πιο «αριστερά» ή πιο «προοδευτικά» ή πιο «επαναστατικά» ή με όποιους άλλους χαρακτηρισμούς θέλει κανείς να δώσει σε τέτοιες απαντήσεις με ή χωρίς τα εισαγωγικά που εμείς χρησιμοποιήσαμε.


Το ζήτημα είναι στην πρώτη γραμμή να μπουν τα ζητήματα της εργατικής τάξης και των άλλων σύμμαχών της στρωμάτων, με άλλα λόγια τα ζητήματα τα δικά μας, εμάς των από κάτω, τα πραγματικά ζητήματα τελκά της κοινωνίας. Και μάλιστα όχι πώς θα μπουν στην πρώτη γραμμή μέσα από τα τηλεπαράθυρα που προσφέρουν μόνο λόγια του αέρα (στην κυριολεξία μάλιστα αν σκεφτεί κανείς πώς μεταδίδεται η τηλεοπτική εικόνα). Γιατί εκεί και δεν μπορούν εύκολα να περάσουν, αλλά και αν τελικά καταφέρουν να τρυπώσουν, είτε διαστρεβλώνονται και παραχαράσσονται, είτε χάνονται χωμένα ανάμεσα σε συνταγές μαγειρικής, ωροσκόπια, reality show και απίθανα σίριαλ.


Το ζήτημα είναι να αναδειχθούν μέσα από την καθημερινή πράξη του κινήματος. Μέσα απο τη δημιουργία και την ενίσχυση οργανωμένων συλλογικών θεσμών δικών μας, θεσμών όπου δε θα «συμμετέχουμε» και δε θα «στηρίζουμε», αλλά θεσμών που θα αποφασίζουμε, θα διαμορφώνουμε και θα βρίσκουμε τους τρόπους να πραγματοποιούμε. Και για να πάμε και λίγο παραπέρα. Είπαμε και σε άλλα σημεία τούτου του άρθρου οτι εδώ θέλουμε να ασχοληθούμε μόνο με τα ζητήματα των εκλογών ή και γενικότερα της αντιπροσώπευσης στη σημερινή αστικο«δημοκρατική» πραγματικότητα. Και εδώ λοιπόν δε θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το εργατικό ή τέλος πάντων το συνδικαλιστικό κίνημα σε όλες τους τις πτυχές μα μόνο κάτω απο αυτό το πρίσμα. Γι’ αυτό ας μας συγχωρεθούν ορισμένες απλουστεύσεις και κάποιες γενικεύσεις που αν δεν τις κάνουμε απλά θα χάσουμε το στόχο μας και δε θα πούμε αυτό για το οποίο τελικά μπήκαμε στον κόπο να συζητήσουμε.


 Το συνδικαλιστικό κίνημα σήμερα (τουλάχιστον στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνο), είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο από αυτό που ονομάζουμε κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό. Ένας μηχανισμός που απαρτίζεται από τους διάφορους λεγόμενους εργατοπατέρες, επαγγελματίες πια του είδους, που για χρόνια κάθονται στις ίδιες καρέκλες, ένα φαινόμενο που έχει φέρει τα συνδικαλιστικά όργανα σε ένα μαρασμό στη σχέση τους με τους εργατοϋπαλλήλους που υποτίθεται οτι εκπροσωπούν και σε μια πλήρη συνδιαλλαγή στη σχέση τους με τα αφεντικά.


Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα, απο τις συλλογικές συμβάσεις που υπογράφονται πλέον κατά κανόνα μέσα από τους μηχανισμούς της διαιτησίας με όλο και μεγαλύτερη διάρκεια (για να μειώνεται ακόμα και η αναγκαιότητα πάλης) και όλο και μικρότερες κατακτήσεις, μέχρι και την πλήρη συνδιαλλαγή και το άμεσο ξεπούλημα των όποιων αγώνων αναπτύσσονται (δες τις περιπτώσεις ακόμα και εργοστασίων που κλείνουν απολύοντας εργαζόμενους καμιά φορά και χωρίς αποζημίωση και όλα αυτά γίνονται δεκτά με αντάλλαγμα κάποιες γενικόλογες παραχωρήσεις για επιδόματα ανεργίας ή ένταξη σε σεμινάρια του ΟΑΕΔ ή μερικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις κλπ.) ή μέχρι τέλος και την τελευταία μόδα που έχει κυριαρχήσει, να στέλνονται όλα ή μερικά από τα κυριότερα αιτήματα στις καλένδες των ...δικαστηρίων με προσφυγές σε ανώτατα, ευρωπαϊκά ή και παγκόσμια δικαστήρια απ’ όπου πρέπει να περιμένουμε να έρθει σαν μάννα εξ ουρανού το δίκιο μας, όταν ολοκληρωθούν αυτού του είδους οι διαδικασίες, δηλαδή μετά από κάποια τέρμινα(δες παράδειγμα ασφαλιστικού τραπεζοϋπαλλήλων).


Αυτή η λογική που επικρατεί επί δεκαετίες πλέον στα συνδικαλιστικά όργανα (με κύρια ευθύνη των παραπάνω εργατοπατέρων) έχει φέρει και εκεί την αντιπροσώπευση σε αδιέξοδο, με μόνο το 10% της εργατικής τάξης να συμμετέχει έστω και τυπικά, με μια ψήφο κάθε 1 – 2 χρόνια. Οι παρατάξεις που δρουν σε αυτά, δεν είναι πλέον πολιτικοί μηχανισμοί αντιπαράθεσης και διάδοσης απόψεων και ιδεολογιών, πρακτικών και συμπεριφορών. Έχουν εκφυλιστεί  σε κλειστούς κομματικούς μηχανισμούς που ειδικά στον ευρύτερο και στενότερο δημόσιο τομέα παίρνουν και χαρακτηριστικά ρουσφετολογικού μηχανισμού.


Έτσι καθορίζουν τις θέσεις τους (και άρα και τις θέσεις των οργάνων που ελέγχουν) όχι με πρώτο κριτήριο την όξυνση των προβλημάτων, αλλά το πόσο αρεστή τους είναι ή όχι η κάθε φορά κυβέρνηση (για τα γενικότερα ζητήματα) ή ακόμα και πόσο κοντά στην κυβέρνηση ή στο κόμμα τους βρίσκεται η κάθε εργοδοσία που έχουν να αντιμετωπίσουν, αλλάζοντας συχνά συμπεριφορές για ίδια ή παρόμοια προβλήματα.


Διαχειρίζονται ανοιχτά και ανάλογα με τη δύναμή τους τις ρουσφετολογικές προσλήψεις ή αντίστοιχα τις διώξεις οπουδήποτε έχουν τέτοιο περιθώριο (σε δήμους, οργανισμούς, τράπεζες, ακόμα και επιχειρήσεις) εκβιάζοντας έτσι και αναπαράγοντας και τη δική τους δύναμη στους χώρους.


Χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι στις γενικές συνελεύσεις και τις συνεδριάσεις των οργάνων, για να «τα βρουν» τελικά κάτω από το τραπέζι με μικροεπιδόματα και ψεύτικες υπερωρίες στη λογική του «όποιος πήρε το αυγό να δουλέψει περισσότερο»[8] που είχαμε στην οικοδομή παλιότερα, μεταφρασμένης εδώ με εκλογικούς όρους: όποιος δήμαρχος ή όποια κυβέρνηση έδωσε, αυτούς να ψηφίζουμε με την ελπίδα να ξαναδώσουν.


Προβάλλουν στενά συντεχνιακά ζητήματα, συχνά ακόμα και λαθεμένα ή έχουμε δει μέχρι και παράλογα, που κατακερματίζουν τους εργαζόμενους ακόμα και μέσα στον ίδιο χώρο, αποδυναμώνοντας τη δυναμική τους.


Στη λογική αυτή δυστυχώς έχουν πέσει και κόμματα και παρατάξεις της λεγόμενης ευρύτερης αριστεράς. Ακόμα και στα μικρότερα σχήματα θα βρεις λογικές που λένε «να βάλουμε κόσμο σε εκείνο το χώρο για να έχουμε δύναμη» ή «για να κάνουμε δουλειά στον κόσμο». 

Περίεργες συμμαχίες μάλιστα δημιουργούνται κατά καιρούς με τις μεγαλύτερες παρατάξεις που έχουν και περισσότερη ευχέρεια να παρέχουν τέτοιες «υπηρεσίες», έτσι ώστε να μπορέσουν να διασφαλιστούν κάποιες θέσεις σε οργανισμούς ή στο δημόσιο για τα μέλη τους. Ακόμα όμως και στον αντίποδα όλων αυτών, ακούγεται πάντα σαν τελευταίο επιχείρημα η ανάγκη για αλλαγή των συσχετισμών.


Δε θα αρνηθούμε την ανάγκη αλλαγής των συσχετισμών (οι σημερινές ηγεσίες άλλωστε έχουν φροντίσει να το καταστήσουν αυτό αυταπόδεικτο). Ωστόσο η αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων στα όργανα του κινήματος είναι ένα μέσο, βασικό σίγουρα, μέσο για την επιτυχία των αγώνων. Είναι όμως μέσο και οχι σκοπός. 

Οι αγώνες γίνονται για τη λύση των προβλημάτων που εξ αρχής τους δημιουργούν και επομένως αυτό ακριβώς, η λύση στα προβλήματα, είναι τελικά ο σκοπός του κάθε αγώνα. Γύρω απο εκεί συγκεντρώνονται οι δυνάμεις για έναν αγώνα που γι’ αυτό ακριβώς πραγματοποιείται. Και μέσα από τη διαδικασία του αγώνα (του αγώνα για τη λύση των προβλημάτων που έκαναν τον ίδιο τον αγώνα αναγκαίο, επιμένουμε), είναι που καταδείχνονται οι συμπεριφορές, δοκιμάζονται οι απόψεις, μεγιστοποιούνται οι αντιπαραθέσεις, που τελικά μπορούν να φέρουν και αλλαγή των συσχετισμών διαμορφώνοντας τους κατάλληλους συσχετισμούς που θα βοηθήσουν (ή και θα εξασφαλίσουν) να καρποφορήσουν οι αγώνες, φέρνοντας λύση στα προβλήματα.


Αλλάζοντας αυτή τη σειρά και κάνοντας το μέσο σκοπό και το σκοπό μέσο, χάνεις και τα δύο. Γιατί κανείς δε θα κάνει έναν αγώνα εξ αρχής για να αλλάξει συσχετισμούς, για τους οποίους δεν έχει πειστεί ακόμα. Ή μάλλον σε έναν τέτοιον αγώνα θα συμμετέχουν μόνο όσοι είναι εκ των προτέρων πεισμένοι για τους συσχετισμούς που πρέπει να υπάρχουν και άρα θα παλεύει ο καθένας με τις δικές του δυνάμεις, χωρίς δυνατότητα να προσεγγίσει και να καταφέρει να συσπειρώσει παραπέρα κομμάτια εργαζομένων.


Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που δεν αφήνει καμία ελπίδα ούτε και γι’ αυτό που είχες αρχικά σαν σκοπό σου, δηλαδή για μια αλλαγή των συσχετισμών. Ενώ από την άλλη μεριά απογοητεύει όλο και μεγαλύτερα κομμάτια της εργατικής τάξης, στέλνοντάς τα αναγκαστικά πίσω πάλι στην αγκαλιά των αστικών μηχανισμών.


Οι ανάγκες μας, οι ανάγκες του μεγάλου κομματιού της κοινωνίας μπορούν να βρουν τη θέση τους σε μια αληθινή δημοκρατία όπου η πολιτική ατζέντα (μια έκφραση που αρέσει τόσο στους σημερινούς πολιτευτάδες μας) θα διαμορφώνεται πάνω σε πραγματικές αναγκαιότητες και όχι πάνω σε στημένες υποθέσεις, Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την καθημερινή πράξη του κινήματος.


Ενός κινήματος που, απαλλαγμένο από όσα προηγούμενα αναφέραμε, δε θα προσπαθεί να μετατρέψει την πάλη σε ψήφους, αλλά αντίθετα θα μετατρέπει τους ψήφους σε πάλη. Γιατί η πάλη ειναι τελικά η μόνη δύναμη και άρα και η μόνη δυνατότητα της κοινωνίας (δεν είναι άλλωστε τυχαίο που δύναμη και δυνατότητα έχουν την ίδια ορθογραφία) να προχωρήσει προς τα εμπρός, εκεί που βρίσκεται και η μοναδική διέξοδος, γιατί μόνο μπροστά προχωράει ο κόσμος.


Ίσως πλατειάσαμε λίγο, μα νομίζουμε οτι ήταν ανάγκη να αναφερθούμε σε αυτά τα ζητήματα, για να καταδείξουμε εντέλει ετούτο. Θα βρεθούν ίσως στο μέλλον και άλλα σενάρια μπορεί και καλύτερα από το σημερινό, που ίσως να εκφράζουν και περισσότερο τις τάσεις της εποχής και να μην περιέχουν τόσο τεράστιες συμπτώσεις, ή ίσως και όχι. Ίσως τα σενάρια να χειροτερεύουν στο πέρασμα του χρόνου, δίνοντας τροφή για περισσότερες συζητήσεις. Όμως αυτό δεν έχει τελικά τόση σημασία.

       
     Εκείνο που έχει όμως σημασία (για να κλείσουμε χρησιμοποιώντας και εμείς την τόσο προσφιλή στην πολιτική ζωή της χώρας μας ποδοσφαιρική ορολογία) είναι ότι το παιχνίδι παίζεται με εξαγορασμένους διαιτητές και προκαθορισμένα αποτελέσματα από ένα μάτσο επαγγελματίες που αλλάζουν ομάδες κατά το δοκούν, ομάδες όμως όλες στην ιδιοκτησία της αστικής τάξης. 
            
   Μέχρι να φτιαχτεί (ή να μπορέσει να κάνει ουσιαστική την παρουσία της) μια ομάδα της άλλης τάξης, της εργατικής και των στρωμάτων δίπλα και γύρω της, που θα μπει επιτέλους στο γήπεδο που εντέλει εκείνη -η εργατική τάξη- έχει χτίσει και συντηρεί με τη δουλειά της, και θα αποφασίσει να «παίξει μπάλα», τα ματς μπορεί να προσφέρουν καλό θέαμα, με σκληρά μαρκαρίσματα και έξαλλους πανηγυρισμούς νίκης, αλλά το τελικό τους αποτέλεσμα θα αφήνει τελικά αδιάφορη την εξέλιξη της ζωής μας, των προβλημάτων μας, της κοινωνίας εν γένει. Και η επόμενη μέρα θα είναι πάντα η ίδια με την προηγούμενη σε μια κοινωνία που «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», όπως παρατηρεί και ο ποιητής.

[1] Τα στοιχεία ειναι απο την επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών και σελίδες οπως η Vicipedia
[2] Άλλες συμπτώσεις εδώ, λίγο πριν τις ευρωεκλογές παίζεται ακόμα ένα επεισόδιο στο σκάνδαλο SIEMENS λόγω χειρισμών Μπακογιάννη, ενώ μέρες μόλις πριν τις βουλευτικές εκλογές η ίδια μπαίνει στο νοσοκομείο με ίωση και απέχει τη μισή τουλάχιστον προεκλογική περίοδο από κάθε δρστηριότητα!
[3] «Συγκρότημα» στην Ελλάδα εννοούμε τον όμιλο Λαμπράκη που, έχοντας στη διάθεσή του πληθώρα εντύπων έπαιζε, αλλά και παίζει ακόμα, καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.
[4] Ο Έβερτ που πρωτοστάτησε με θεαματικό τρόπο έγινε λίγο μετά και αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.
[5] Ειναι χαρακτηριστικό ακόμα και πως έγινε αυτή η απόλυση. Αφού πρώτα δε δημοσίευσαν το συγκεκριμένο άρθρο του και αφού για καιρό μετά δεν του ανέθεταν ούτε δημοσίευαν και κανένα άλλο δικό του άρθρο, τον απέλυσαν σαν περιττό με τη δικαιολογία οτι είχε μεγάλο διάστημα να προσφέρει ύλη στην εφημερίδα. Έχοντας κι εμείς το δικό μας μερίδιο δράσης και απολύσεων απο εργοστάσια και χώρους δουλειάς, μπορούμε να διαβεβαιώσουμε εδώ και από τη δική μας εμπειρία ότι αυτός είναι ένας απο τους χαρακτηριστικούς τρόπους που χρησιμοποιεί η εργοδοσία για να απολύσει «ανεπιθύμητους» εργαζόμενους χωρίς να δώσει τροφή για κατηγορίες δίωξης. Το πιο ωραίο όμως είναι ότι το θέμα στην ΕΣΗΕΑ πήγε πολύ καιρό μετά το συμβάν και ακόμα και οταν πήγε εκεί και ενώ όλοι συμφώνησαν ότι πρόκειτο για μια καθαρή δίωξη, κανείς δεν έκανε τίποτα για να την ανατρέψει –άρα ούτε και να εμποδίσει να ξαναγίνει.
[6] Η ΑΥΓΗ ήταν την εποχή εκείνη η επίσημη εφημερίδα της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά)  και η μόνη αριστερή φωνή στην Ελλάδα, με το ΚΚΕ παράνομο να εκφράζεται και αυτό από τις γραμμές της ΕΔΑ.
[7] Και υπονοούμε εδώ γνωστές εν πολλοίς προσπάθειες ακόμα και των μυστικών υπηρεσιών διαφόρων κρατών να επεμβαίνουν στο διαδίκτυο, όχι πάντα με διάφανο τρόπο.
[8] Παλιά η οικοδομή λειτουργούσε και πρωί και απόγευμα, με μια μεσημεριανή διακοπή. Στη διάρκεια αυτής της διακοπής οι οικοδόμοι έπαιρναν το γεύμα τους, που συχνά περιορίζονταν σε πολύ λίγα και φτωχικά εδέσματα ελιές, τυρί, ψωμί κλπ. Κάποιοι «ξύπνιοι» εργολάβοι χρησιμοποιούσαν λοιπόν, το εξής κόλπο. Φώναζαν έναν – έναν τους οικοδόμους σε κάποια απομονωμένη γωνιά και τους έδιναν από ένα αυγό. Έλεγαν όμως στον καθένα ότι μόνο σε αυτόν είχαν δώσει αυγό, γιατί ήταν καλός και τίμιος δουλευτής και γι’ αυτό και παρακινώντας τους να μην το πουν στους άλλους συναδέλφους τους, ότι πήραν αυγό. Όταν τελείωνε το γεύμα (και ενώ όλοι οι οικοδόμοι είχαν πάρει ο καθένας το αυγό του), ο εργολάβος έβγαινε και έλεγε με νόημα: «όποιος πήρε το αυγό, να δουλέψει παραπάνω και με περισσότερη όρεξη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου